«Η μάνα μου δεν γίνεται να μείνει μόνη της» είπε ο άντρας μου, και τότε κατάλαβα ότι το δικό μας σπίτι είχε μπει σε δεύτερη μοίρα
«Δηλαδή εσύ θέλεις να αφήσω τη μάνα μου να κάθεται μόνη της;» μου είπε ο άντρας μου στην κουζίνα, μπροστά στο παιδί, και πάγωσα.
Δεν είχα πει αυτό. Είχα πει ότι δεν γίνεται να δώσουμε όλες τις οικονομίες μας για να φτιάξουμε το μπάνιο στο σπίτι της, να βάλουμε χειρολαβές, να πληρώνουμε κυρία για παρέα και να πηγαινοέρχεται εκείνος κάθε απόγευμα, χωρίς να συζητήσουμε τι θα γίνει με εμάς.
Μένουμε σε νοίκι στον Κορυδαλλό, σε δυάρι με την κόρη μας. Εδώ και δυο χρόνια λέγαμε να μαζέψουμε κάτι παραπάνω για προκαταβολή, μήπως βρούμε ένα λίγο μεγαλύτερο σπίτι. Δεν ονειρευόμουν βίλα. Ένα σπίτι με ένα κανονικό δωμάτιο για το παιδί ήθελα.
Η πεθερά μου έπεσε τον χειμώνα. Δεν έσπασε κάτι, αλλά από τότε φοβάται να μείνει μόνη. Έχει αρχόμενη άνοια, σύμφωνα με τον νευρολόγο στο δημόσιο νοσοκομείο, και ξεχνάει το μάτι της κουζίνας, μπερδεύει τα χάπια της. Ο άντρας μου είναι ο μοναδικός της γιος. Η αδελφή του μένει μόνιμα στη Ρόδο και έρχεται όποτε μπορεί.
Το καταλαβαίνω. Αλήθεια το καταλαβαίνω. Κι εγώ έτρεχα με τη μητέρα μου στα Κέντρα Υγείας όταν έκανε τις θεραπείες της. Δεν είπα ποτέ να μην τη βοηθήσει.
Αυτό που με έπνιξε ήταν ότι είχε ήδη αποφασίσει. Μου το είπε σαν ενημέρωση.
«Θα βάζω εγώ τα απογεύματα σε εκείνη. Σαββατοκύριακα θα κοιμάμαι καμιά φορά εκεί, μέχρι να δούμε. Και από τα λεφτά που έχουμε στην άκρη, θα κάνουμε τις αλλαγές στο σπίτι.»
Τον κοίταξα και του είπα: «Και εμείς; Η κόρη σου; Το σπίτι που λέγαμε;»
Μου απάντησε χαμηλά: «Εμείς είμαστε καλά. Η μάνα μου δεν είναι.»
Εκεί πόνεσα πιο πολύ. Σαν να ήμασταν “καλά” μόνο επειδή δεν πέφταμε, δεν ξεχνούσαμε, δεν χρειαζόμασταν βοήθεια. Σαν να μην είχε σημασία ότι γυρνάω από τη δουλειά στο φούρνο όρθια οκτώ ώρες και μετά διαβάζω το παιδί μόνη μου, επειδή εκείνος είναι στη μητέρα του.
Του το είπα άσχημα. «Αν θες να γυρίσεις να μείνεις μαζί της, πες το καθαρά. Μη μας έχεις εδώ να περιμένουμε πότε θα περισσέψει χρόνος.»
Έφυγε και χτύπησε την πόρτα. Για δύο μέρες μιλούσαμε μόνο για τα απαραίτητα.
Μετά ήρθε η αδελφή του για ένα Σαββατοκύριακο και, χωρίς να το θέλει, μου είπε κάτι που δεν ήξερα. Ο πατέρας τους, πριν πεθάνει, είχε βάλει τον άντρα μου να του υποσχεθεί ότι δεν θα αφήσει τη μητέρα τους να πάει σε μονάδα φροντίδας. «Της το χρωστάει», μου είπε. «Ο μπαμπάς έλεγε πως εκείνη τους μεγάλωσε με στερήσεις.»
Δεν δικαιολογεί το ότι δεν με ρώτησε. Αλλά ξαφνικά κατάλαβα γιατί πανικοβλήθηκε τόσο με την ιδέα μιας κυρίας στο σπίτι περισσότερες ώρες ή μιας δομής ημέρας του δήμου. Στο μυαλό του δεν ήταν απλώς μια λύση. Ήταν σαν να αθετούσε κάτι στον πατέρα του.
Μόνο που κι εγώ δεν ήμουν τελείως καθαρή. Εδώ και μήνες είχα βάλει στην άκρη λίγα χρήματα από κάτι καθαρισμούς που κάνω τα πρωινά, χωρίς να του το έχω πει. Όχι για να τον κοροϊδέψω. Φοβόμουν ότι, αν τα ήξερε, θα έλεγε πως πρέπει να πάνε όλα στη μητέρα του. Ήθελα να έχω κάτι δικό μου, για την περίπτωση που βρεθούμε ξαφνικά χωρίς σπίτι ή χωρίς δουλειά.
Όταν του το παραδέχτηκα, στενοχωρήθηκε πολύ. «Άρα ούτε εσύ με εμπιστεύεσαι», μου είπε.
Δεν είχα εύκολη απάντηση. Του είπα μόνο: «Είχα αρχίσει να νιώθω ότι δεν έχω θέση στις αποφάσεις σου.»
Τελικά δεν πήραμε ακόμη τα χρήματα από τις οικονομίες. Η πεθερά μου μπήκε σε πρόγραμμα βοήθεια στο σπίτι του δήμου για λίγες ώρες τη βδομάδα και βρήκαμε μια γυναίκα από τη γειτονιά για τα υπόλοιπα, με λιγότερα χρήματα απ’ όσα φοβόμασταν. Ο άντρας μου συνεχίζει να πηγαίνει συχνά, ίσως υπερβολικά για μένα, αλλά τουλάχιστον τώρα ξέρω το πρόγραμμα και μιλάμε πριν αποφασίσει κάτι.
Δεν λύθηκαν όλα. Ακόμα νευριάζω όταν ακυρώνουμε κάτι δικό μας επειδή εκείνη τηλεφωνεί για κάτι που μπορεί να περιμένει. Και εκείνος ακόμα με κοιτάει σαν να πρέπει να αποδείξω ότι δεν θέλω να ξεφορτωθώ τη μητέρα του.
Απλώς προσπαθώ να καταλαβένετε ότι δεν ζητούσα να διαλέξει ανάμεσα σε εμένα και εκείνη. Ζητούσα να μη χαθούμε εμείς, ενώ προσπαθούμε να τη στηρίξουμε. Εσείς τι πιστεύετε; Πότε η αφοσίωση σε έναν γονιό γίνεται αδικία για τη δική σου οικογένεια;