«Για χόμπι καλά είναι τα φωτογραφικά σας» — μέχρι που δύο νύφες άρχισαν να φέρνουν στο σπίτι περισσότερα απ’ όσα περίμεναν όλοι

Δεν είχαμε ξεκινήσει με σχέδιο. Αυτό είναι το αστείο.

Εγώ είμαι η Ελένη, 36 χρονών, μένω στο Περιστέρι, έχω έναν γιο έξι χρονών και μέχρι πριν από ενάμιση χρόνο έλεγα σε όποιον με ρωτούσε ότι «τραβάω φωτογραφίες, έτσι για μένα». Το έλεγα γιατί είχα κουραστεί να εξηγώ. Όταν κάτι το λες χόμπι, οι άλλοι δεν νιώθουν ότι απειλούνται από αυτό.

Η Μαρία είναι η γυναίκα του μικρότερου αδελφού του άντρα μου. Παντρεύτηκε τον Στέλιο, τον κουνιάδο μου, πριν από οκτώ χρόνια. Δεν ήμασταν κολλητές. Στις οικογενειακές συγκεντρώσεις καθόμασταν συνήθως η μία δίπλα στην άλλη από ευγένεια, με τα παιδιά να τρέχουν γύρω από το τραπέζι και την πεθερά μας, την κυρία Άννα, να ελέγχει αν φάγαμε αρκετά.

Η Μαρία είχε σπουδάσει γραφιστική. Δούλευε κάποτε σε ένα διαφημιστικό, αλλά όταν γεννήθηκε η κόρη της, έμεινε σπίτι. Εγώ είχα κάνει σεμινάρια φωτογραφίας, είχα ένα παλιό Nikon που είχα αγοράσει με δόσεις και φωτογράφιζα βαφτίσεις φίλων, παιδικά πάρτι, ό,τι έβρισκα.

Ο άντρας μου, ο Γιώργος, δεν μου το απαγόρευσε ποτέ. Αυτό ίσως ήταν και το πιο μπερδεμένο. Απλώς το έβαζε πάντα τελευταίο.

«Εντάξει, πήγαινε να βγάλεις τις φωτογραφίες σου, αλλά να έχεις γυρίσει νωρίς γιατί αύριο ο μικρός έχει ποδόσφαιρο.»

Ή:

«Μη δώσεις πολλά λεφτά για φακούς τώρα. Δεν ξέρεις ποτέ με αυτά. Είναι για την πλάκα σου.»

Δεν το έλεγε πάντα άσχημα. Μερικές φορές το έλεγε χαμογελώντας, λες και μου έκανε χάρη που δεν κορόιδευε ανοιχτά.

Η πεθερά μου ήταν πιο ξεκάθαρη.

«Καλά είναι αυτά, κορίτσια μου, να ξεφεύγει λίγο το μυαλό σας. Αλλά το σπίτι θέλει νοικοκυρά. Οι δουλειές δεν φωτογραφίζονται μόνες τους.»

Το έλεγε ενώ το σπίτι της έλαμπε και εμείς καθόμασταν με τα χέρια στα γόνατα, σαν δύο μαθήτριες που είχαν ξεχάσει την εργασία τους.

Η αρχή έγινε σε έναν γάμο στο Κορωπί. Μια παλιά συμμαθήτρια της Μαρίας έψαχνε κάποιον οικονομικό για φωτογραφίες και βίντεο για το Instagram της δεξίωσης. Η Μαρία μου έστειλε μήνυμα στις έντεκα το βράδυ.

«Έχεις θάρρος να το κάνουμε μαζί;»

Της απάντησα αμέσως, πριν προλάβω να φοβηθώ.

Ο Γιώργος όταν το άκουσε είπε:

«Μαζί με τη Μαρία; Και ποιος θα κρατήσει τον μικρό;»

Του είπα ότι ήταν Σάββατο απόγευμα, ότι θα μπορούσε να τον κρατήσει εκείνος, όπως τον κρατούσα εγώ κάθε φορά που είχε ποδόσφαιρο με την παρέα του ή έμενε παραπάνω στη δουλειά.

Με κοίταξε λες και είχα ζητήσει κάτι παράλογο.

«Δεν λέω όχι. Απλώς μην το κάνεις επάγγελμα τώρα αυτό.»

Δεν απάντησα. Νομίζω πως εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι ακριβώς αυτό ήθελα να κάνω.

Στον πρώτο εκείνο γάμο τα κάναμε λίγο θάλασσα. Η Μαρία είχε ξεχάσει δεύτερη μπαταρία για το κινητό της. Εγώ είχα τόσο άγχος που σε μερικές φωτογραφίες η νύφη βγήκε με τα μάτια μισόκλειστα. Αλλά η ατμόσφαιρα ήταν ωραία, τα ζευγάρια μάς συμπάθησαν, και όταν ανεβάσαμε ένα μικρό βίντεο με τις καλύτερες στιγμές, άρχισαν να μας στέλνουν μηνύματα.

Πρώτα για βαφτίσεις. Μετά για ένα πάρτι σε ξενοδοχείο στη Γλυφάδα. Μετά ήρθε ένας γάμος στη Βάρκιζα, με κανονική αμοιβή, προκαταβολή και άνθρωπο που μας ζήτησε τιμολόγιο.

Εκεί σταμάτησε να μοιάζει με παιχνίδι.

Βγάλαμε έναρξη με τη βοήθεια λογιστή, χωριστά στην αρχή, γιατί δεν ξέραμε πού θα πάει. Η Μαρία έφτιαχνε τα άλμπουμ και τα reels, είχε μάτι σε πράγματα που εγώ ούτε πρόσεχα. Εγώ αναλάμβανα τη φωτογράφιση και την επικοινωνία με τους πελάτες. Δουλεύαμε βράδια, όταν κοιμούνταν τα παιδιά, με καφέδες στο τραπέζι της κουζίνας και λάπτοπ που κολλούσε κάθε τρεις και λίγο.

Δεν το κρατήσαμε ακριβώς μυστικό. Απλώς δεν το ανακοινώσαμε σαν κάτι σημαντικό.

Μέχρι που ένα βράδυ, η πεθερά μου είχε καλέσει όλη την οικογένεια για φαγητό. Ο Στέλιος είπε γελώντας ότι η Μαρία είχε γίνει «επιχειρηματίας του Instagram». Ο Γιώργος πρόσθεσε ότι εγώ πια ήμουν δύσκολα διαθέσιμη τα Σαββατοκύριακα.

Η κυρία Άννα αναστέναξε.

«Εγώ μόνο τα παιδιά σκέφτομαι. Μη μεγαλώσουν και σας ψάχνουν. Τα λεφτά έρχονται και φεύγουν.»

Δεν ξέρω γιατί, αλλά τότε μίλησα.

«Και η δουλειά του Γιώργου; Τα παιδιά δεν τον ψάχνουν όταν λείπει;»

Έπεσε μια σιωπή. Ο Γιώργος κοίταξε το πιάτο του. Η Μαρία με κλώτσησε ελαφρά κάτω από το τραπέζι, όχι γιατί διαφωνούσε, αλλά γιατί ήξερε ότι θα γινόταν θέμα.

Και έγινε.

Στο αυτοκίνητο, ο Γιώργος μου είπε ότι τον εξέθεσα. Εγώ του είπα ότι με εκθέτει μήνες τώρα κάθε φορά που μιλάει για τη δουλειά μου σαν να είναι παιδική ασχολία. Μου είπε ότι τα παίρνω όλα προσωπικά. Του είπα πως βολεύει πολύ να το λέει αυτό κάποιος που δεν έχει χρειαστεί ποτέ να αποδείξει ότι η δουλειά του είναι δουλειά.

Κλάψαμε και οι δύο, πράγμα που με εκνεύρισε ακόμη περισσότερο. Δεν ήθελα να γίνει δράμα. Ήθελα απλώς να μη χρειάζεται να απολογούμαι επειδή ένα Σάββατο δεν θα μαγειρέψω.

Λίγους μήνες μετά, κλείσαμε δύο μεγάλους γάμους για την ίδια περίοδο. Ο ένας ήταν στην Παιανία και ο άλλος σε κτήμα προς τη Ραφήνα. Τα χρήματα ήταν αρκετά για να ξεχρεώσω την κάμερα που είχα πάρει με δόσεις και να βάλουμε επιτέλους στην άκρη κάτι για το φροντιστήριο του μικρού αργότερα.

Ο Γιώργος δεν είπε «μπράβο» αμέσως. Μου ζήτησε πρώτα να του εξηγήσω πόσα μένουν καθαρά, λες και έπρεπε να περάσω έλεγχο. Μετά, όταν κατάλαβε το ποσό, κάθισε για λίγο στον καναπέ χωρίς να μιλάει.

Την επόμενη εβδομάδα, χωρίς πολλά λόγια, άλλαξε βάρδια στη δουλειά του για να μπορεί να παίρνει τον μικρό δύο απογεύματα. Δεν έγινε ξαφνικά άλλος άνθρωπος. Ακόμα γκρινιάζει όταν έχω μοντάζ μέχρι αργά. Ακόμα με ρωτάει καμιά φορά αν «αξίζει όλη αυτή η κούραση».

Αλλά πριν λίγες μέρες, ένας φίλος του τον ρώτησε τι κάνει η γυναίκα του και τον άκουσα να λέει:

«Έχει φωτογραφική δουλειά με τη νύφη μου. Πηγαίνει πολύ καλά.»

Δεν είπε χόμπι.

Δεν γύρισα να τον κοιτάξω. Έπλενα ένα ποτήρι και συνέχισα να το πλένω, ενώ ήταν ήδη καθαρό.