«Έδωσα όλες τις οικονομίες μου για να μη χαθεί το σπίτι της πεθεράς μου — και μετά την είδα να ξοδεύει σαν να μη συνέβη τίποτα»

Δεν είχα ποτέ πολλές οικονομίες. Αυτό θέλω να το πω από την αρχή, γιατί ορισμένοι όταν ακούν το ποσό νομίζουν ότι ήταν λεφτά που περίσσευαν.

Δεν περίσσευε τίποτα.

Ήταν 11.800 ευρώ, μαζεμένα σε οκτώ χρόνια. Λίγα από τον μισθό μου στο φαρμακείο, λίγα από δώρα, λίγα που δεν ξοδεύαμε σε διακοπές, λίγα από κάτι υπερωρίες την περίοδο του κορωνοϊού. Τα είχα σε έναν ξεχωριστό λογαριασμό. Δεν είχαμε παιδιά τότε, αλλά λέγαμε με τον άντρα μου, τον Στέλιο, ότι κάποια στιγμή θα μας χρειάζονταν για προκαταβολή, για ένα μεγαλύτερο σπίτι ή απλώς για μια δύσκολη στιγμή.

Η δύσκολη στιγμή ήρθε, αλλά όχι για εμάς.

Η μητέρα του Στέλιου, η κυρία Ευγενία, μένει μόνη της σε ένα δυάρι στην Καλλιθέα. Ο πεθερός μου είχε πεθάνει πριν από χρόνια. Είχε ένα καταναλωτικό δάνειο και κάποιες οφειλές που, όπως μας είπε, είχαν μαζευτεί. Δεν ήξερα ακριβώς τι και πώς. Ο Στέλιος πάντα αναλάμβανε τα τηλεφωνήματα μαζί της και εγώ δεν ήθελα να ανακατεύομαι.

Ένα βράδυ ήρθε σπίτι μας με έναν φάκελο στο χέρι. Δεν έκλαιγε ακριβώς, αλλά μιλούσε κοφτά και έτρεμαν τα χέρια της όταν έβγαζε τα χαρτιά.

«Μου δίνουν προθεσμία μέχρι τέλος του μήνα», είπε. «Αν δεν τακτοποιηθεί, θα προχωρήσουν. Θα μου πάρουν το σπίτι.»

Ο Στέλιος είχε γίνει άσπρος. Κάθισε στο τραπέζι και κοιτούσε τα χαρτιά σαν να ήταν σε άλλη γλώσσα. Εγώ δεν καταλάβαινα όλες τις λεπτομέρειες, μόνο ότι χρειαζόταν άμεσα περίπου 14.000 ευρώ για να κλείσει μια ρύθμιση και να σταματήσει η διαδικασία.

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε. Ο Στέλιος έλεγε ότι μπορούσε ίσως να πάρει ένα μικρό δάνειο, αλλά είχε ήδη δόση για το αυτοκίνητο και ο μισθός του από την εταιρεία κούριερ δεν έφτανε. Μου είπε ότι θα ζητούσε βοήθεια από την αδερφή του, τη Νάντια, που ζει στη Γερμανία.

Η Νάντια είπε ότι θα έστελνε 2.000, «ό,τι μπορεί», γιατί είχε κι εκείνη έξοδα. Οι υπόλοιποι συγγενείς, πολλοί στις συμβουλές και στις ευχές, εξαφανίστηκαν όταν ακούστηκε ποσό.

Του είπα ότι είχα τις οικονομίες μου.

Ο Στέλιος στην αρχή είπε όχι. Μετά είπε ότι δεν ήθελε να με βάλει σε αυτό. Και μετά, τις επόμενες μέρες, κάθε φορά που μιλούσε με τη μητέρα του, έκλεινε το τηλέφωνο με εκείνο το βλέμμα που δεν είχα ξαναδεί. Σαν μικρό παιδί που φοβάται ότι θα χάσει τον μοναδικό γονιό του.

Τελικά τα έδωσα.

Όχι όλα ακριβώς για το σπίτι. Από τα 11.800, τα 10.000 πήγαν με τραπεζική μεταφορά στον λογαριασμό της κυρίας Ευγενίας. Τα υπόλοιπα τα κράτησα για να μη μείνουμε τελείως άδειοι. Μου είπε πως μόλις πουλούσε ένα χωράφι του πατέρα της έξω από τη Θήβα, θα μου τα επέστρεφε. Δεν ζήτησα χαρτί. Ντρέπομαι που το γράφω, αλλά δεν ζήτησα.

Ήταν η μητέρα του άντρα μου. Τρώγαμε μαζί κάθε Κυριακή. Μου έφερνε γεμιστά όταν ήμουν άρρωστη, με έλεγε «κορίτσι μου». Δεν μου πέρασε από το μυαλό να της πω “υπόγραψε εδώ”.

Τους πρώτους δύο μήνες όλα έδειχναν ήσυχα. Η ρύθμιση, όπως μας είπε, έγινε. Η κυρία Ευγενία έλεγε συνέχεια «να είστε καλά, παιδιά μου» και κάθε φορά ένιωθα άβολα, αλλά πίστευα ότι τουλάχιστον κάναμε κάτι σωστό.

Μετά άρχισαν τα μικρά πράγματα.

Πήγε κομμωτήριο και έκανε ανταύγειες, ενώ πριν έλεγε ότι μετρούσε και το ευρώ. Αγόρασε ένα καινούργιο κινητό. Μας το έδειξε την Κυριακή στο τραπέζι, με την ετικέτα ακόμα στη θήκη.

«Το παλιό κόλλαγε», είπε.

Δεν είπα τίποτα. Ο Στέλιος ούτε που σήκωσε το βλέμμα από το πιάτο του.

Δύο εβδομάδες μετά ανέβασε φωτογραφίες στο Facebook από τριήμερο στην Αίγινα με δύο φίλες της. Καφές μπροστά στη θάλασσα, ταβέρνα, καινούργια παπούτσια. Ξέρω ότι ακούγεται μικρόψυχο να κοιτάζω τι ανεβάζει μια γυναίκα στο Facebook. Αλλά εγώ εκείνη τη μέρα είχα αρνηθεί να πάω στον οδοντίατρο για μια δουλειά που με ενοχλούσε, επειδή δεν ήθελα να ανοίξω έξοδο.

Όταν το ανέφερα στον Στέλιο, μου είπε:

«Μη βγάζεις συμπεράσματα από φωτογραφίες. Μπορεί να της τα κέρασαν.»

«Και το κινητό; Και τα ρούχα;»

«Μαρίνα, η μάνα μου δεν είναι εγκληματίας επειδή πήγε ένα τριήμερο.»

Δεν είπα ότι ήταν εγκληματίας. Είπα ότι μου χρωστούσε σχεδόν ό,τι είχα στην άκρη.

Το θέμα ξέσπασε λίγες μέρες αργότερα. Είχαμε πάει σπίτι της για καφέ και τη ρώτησα, όσο πιο ήρεμα μπορούσα, αν είχε κάποιο νέο για το χωράφι. Δεν την πίεσα. Της είπα απλώς ότι εμείς είχαμε αρχίσει να ζοριζόμαστε και ότι θα ήθελα να ξέρω τι να περιμένω.

Με κοίταξε με ένα ύφος που δεν είχα ξαναδεί πάνω της.

«Ποιο χωράφι; Αυτό είναι μπλεγμένο ακόμα. Και να σου πω κάτι; Τα λεφτά τα δώσατε για να σωθεί το σπίτι. Δεν σου τα πήρα για να πάω να ανοίξω επιχείρηση.»

Της είπα ότι δεν αμφισβητούσα γιατί τα έδωσα. Αλλά είχαμε μιλήσει για επιστροφή.

Τότε μπήκε ο Στέλιος στη μέση. Όχι για να με στηρίξει. Για να μου πει να σταματήσω.

«Δεν είναι ώρα για αυτά», είπε.

«Πότε είναι ώρα;» του είπα.

«Όταν ηρεμήσεις και δεν την κάνεις να νιώθει ότι της ζητάς ενοίκιο για το σπίτι της.»

Γύρισα και τον κοίταξα. Δεν μπορούσα καν να απαντήσω. Δεν ζητούσα ενοίκιο. Ζητούσα να μην κάνουμε εμείς τη ζωή μας πιο μικρή για χρόνια, επειδή αποφάσισα να βοηθήσω τη μητέρα του.

Η κυρία Ευγενία άρχισε να κλαίει. Όχι δυνατά. Έβαλε το χέρι στο στήθος της και είπε ότι δεν περίμενε από εμένα τέτοια συμπεριφορά. Εγώ έβαλα το μπουφάν μου και έφυγα. Ο Στέλιος δεν ήρθε πίσω μου αμέσως. Έμεινε εκεί περίπου μισή ώρα.

Από τότε έχουν περάσει επτά μήνες.

Δεν έχω πάρει ούτε ένα ευρώ. Η πεθερά μου λέει τώρα ότι δεν μπορεί να δίνει υποσχέσεις, γιατί έχει τα φάρμακά της, τους λογαριασμούς της και «μια ηλικία που δεν της επιτρέπει να ζει με άγχος». Ο Στέλιος λέει ότι θα τα βρούμε, ότι αν πιέζω θα γίνει χειρότερα, ότι η μητέρα του νιώθει ντροπή και γι’ αυτό αντιδρά έτσι.

Ίσως να νιώθει ντροπή. Δεν ξέρω. Εγώ ξέρω μόνο ότι πριν από έναν μήνα μου πρότειναν στο φαρμακείο ένα σεμινάριο που θα με βοηθούσε στη δουλειά και κόστιζε 480 ευρώ. Είπα όχι χωρίς καν να το συζητήσω.

Ο Στέλιος κατάλαβε πως κάτι δεν πάει καλά όταν βρήκε το έντυπο στον κάδο της κουζίνας. Μου είπε ότι θα μπορούσαμε να το βάλουμε με δόσεις.

Του απάντησα πως δεν θέλω άλλες δόσεις στη ζωή μου.

Τώρα κοιμόμαστε στο ίδιο κρεβάτι, πηγαίνουμε στη δουλειά μας, αγοράζουμε ψώνια από το σούπερ μάρκετ και μιλάμε για άσχετα πράγματα. Αλλά δεν νιώθω ότι είμαστε μαζί στο ίδιο πρόβλημα. Νιώθω ότι εγώ το κουβαλάω και εκείνος περιμένει απλώς να σταματήσω να το αναφέρω.

Την επόμενη Κυριακή έχει πάλι τραπέζι η μητέρα του. Ο Στέλιος είπε ότι πρέπει να πάμε, «για να μη δώσουμε συνέχεια». Του είπα ότι θα δω.

Και πραγματικά δεν ξέρω αν θα πάω. Δεν είναι ότι θέλω να εκδικηθώ κανέναν. Απλώς δεν ξέρω πώς να κάθομαι απέναντι από ανθρώπους που με κοιτούν σαν να έκανα εγώ κάτι κακό, επειδή θυμήθηκα τα χρήματα που έδωσα.