«Δεν σε έχω για κόρη, σε έχω για να τρέχεις»: Η κουβέντα της μητέρας μου που με έκανε να αφήσω τα κλειδιά στο τραπέζι
«Αν δεν μπορείς να με πας αύριο στο νοσοκομείο, να το ξέρω από τώρα. Δεν γίνεται να κρέμομαι από τα κέφια σου», μου είπε η μητέρα μου στο τηλέφωνο.
Της είπα ήρεμα ότι δεν ήταν θέμα κέφι. Είχα βάρδια στο σούπερ μάρκετ, είχα ζητήσει ήδη δύο φορές αλλαγή μέσα στον μήνα για τις εξετάσεις της και ο προϊστάμενος μου είχε ξεκαθαρίσει ότι άλλη άδεια δεν έβγαινε εύκολα.
«Ε, βρες λύση», απάντησε. «Εσύ έχεις το αυτοκίνητο.»
Πήγα το απόγευμα σπίτι της, στην Κυψέλη, για να της πάω τα φάρμακα από το φαρμακείο. Η αδελφή μου ήταν εκεί, είχε έρθει από το Περιστέρι. Η μητέρα μου της έλεγε για το ραντεβού στο Λαϊκό και άκουσα να λέει: «Η μικρή θα με πάει, αυτή είναι για τα τρεξίματα. Εσύ έχεις τα παιδιά σου.»
Δεν ξέρω γιατί, αλλά εκεί μου γύρισε το μάτι.
«Τι εννοείς, “είμαι για τα τρεξίματα”;» τη ρώτησα.
Με κοίταξε λες και έκανα φασαρία χωρίς λόγο. «Καλά, παιδί μου, μια κουβέντα είπα. Αφού εσύ τα κανονίζεις αυτά καλύτερα.»
«Δεν είμαι η γραμματέας σου. Είμαι η κόρη σου.»
Η αδελφή μου προσπάθησε να το μαζέψει. «Μην το τραβάτε τώρα. Η μαμά αγχώνεται με τα νοσοκομεία.»
Και τότε η μητέρα μου είπε το χειρότερο: «Μη μου κάνεις την κόρη τώρα. Όταν χρειάζεσαι κάτι, μια χαρά θυμάσαι ότι είμαι η μάνα σου.»
Της άφησα τα κλειδιά του σπιτιού της στο τραπέζι. Της είπα ότι για το αυριανό ραντεβού θα βρει άλλη λύση και έφυγα. Στο δρόμο έκλαιγα από τα νεύρα μου, αλλά ταυτόχρονα ένιωθα απαίσια. Είναι 76 χρονών, έχει ζάχαρο, δεν περπατάει καλά μετά την επέμβαση στο γόνατο. Δεν είναι ότι ζητάει βόλτες και χαρές.
Από τότε που πέθανε ο πατέρας μου, εγώ ανέλαβα σχεδόν όλα: ΔΕΗ, νερό, ΕΦΚΑ, ραντεβού, εξετάσεις, τα ψώνια της εβδομάδας. Δεν το έκανε κανείς με το ζόρι. Εγώ πήρα τα κλειδιά, εγώ της είπα «μην αγχώνεσαι, θα τα κάνω εγώ». Η αλήθεια είναι ότι δεν άφηνα και πολλά περιθώρια στους άλλους. Ήθελα να είμαι εγώ εκείνη που τα προλαβαίνει όλα.
Ίσως περίμενα να μου πει κάποια στιγμή «ευχαριστώ, με σώζεις». Και όταν δεν το έλεγε, μάζευα μέσα μου θυμό χωρίς να της τον λέω καθαρά.
Το ίδιο βράδυ με πήρε η αδελφή μου. Μου είπε ότι η μητέρα μας είχε πανικοβληθεί και ότι τελικά θα την πήγαινε εκείνη με ταξί.
«Δεν είναι σωστό αυτό που είπε», μου είπε. «Αλλά ξέρεις ότι φοβάται. Από τότε που ο μπαμπάς ήταν στα τελευταία του, δεν αντέχει να νιώθει ότι εξαρτάται.»
Της απάντησα ότι κι εγώ δεν αντέχω να νιώθω πως με θέλουν μόνο επειδή έχω αμάξι, χρόνο και ξέρω να μιλάω στις υπηρεσίες.
Τότε μου είπε κάτι που δεν ήξερα. Η μητέρα μας είχε πει στην αδελφή μου, πριν από μήνες, να πάμε και οι δύο σε συμβολαιογράφο. Θέλει να αφήσει το σπίτι μισό-μισό, αλλά θέλει επίσης να γράψει ότι όσο ζει θα αποφασίζουμε μαζί για τη φροντίδα της, για να μη φορτωθώ εγώ μόνη μου τα πάντα. Η αδελφή μου δεν μου το είχε πει γιατί φοβήθηκε ότι θα νομίσω πως μιλάμε για κληρονομιά ενώ η μάνα μας είναι ακόμα εδώ.
Δεν ξέρω αν με ανακούφισε ή αν με πείραξε περισσότερο. Γιατί εγώ τόσον καιρό πίστευα ότι όλοι θεωρούσαν δεδομένο πως θα τα κάνω όλα. Και ίσως η μητέρα μου, με τον δικό της άχαρο τρόπο, να προσπαθούσε να μη με δέσει εντελώς πάνω της.
Την επόμενη μέρα δεν πήγα στο νοσοκομείο. Πήγα όμως το βράδυ. Δεν μιλήσαμε πολύ. Μου είπε μόνο: «Δεν είπα ότι δεν είσαι κόρη μου. Απλώς δεν ξέρω να τα λέω αυτά.»
Της είπα πως ούτε εγώ ξέρω να ζητάω βοήθεια πριν θυμώσω. Συμφωνήσαμε να βγάλουμε πρόγραμμα, να αναλάβει και η αδελφή μου συγκεκριμένα πράγματα και να μη θεωρεί κανείς ότι είμαι διαθέσιμη κάθε ώρα.
Ακόμα νιώθω ενοχές που την άφησα εκείνο το πρωί, αλλά νιώθω και ότι αν συνέχιζα έτσι, θα την αγαπούσα όλο και λιγότερο. Μια υποχρέωση προς έναν γονιό κρατάει για πάντα ή επιτρέπεται να βάζουμε όρια όταν νιώθουμε ότι χανόμαστε;