Μετά από 27 χρόνια γάμου, άνοιξε το κινητό του και είδε μια ζωή που δεν ήξερε ότι υπήρχε
Δεν έψαχνα το κινητό του. Αυτό είναι το πρώτο που λέω πάντα, επειδή ντρέπομαι που χρειάζεται να το εξηγήσω.
Είχε αφήσει το τηλέφωνό του πάνω στον πάγκο της κουζίνας και είχε πάει να κάνει ντους. Εγώ καθάριζα φασολάκια, με τα χέρια μέσα σε ένα μπολ με νερό, όταν άναψε η οθόνη. Είδα μόνο μια προεπισκόπηση. «Μου λείπει να κοιμάμαι δίπλα σου». Από κάτω ένα όνομα που στην αρχή δεν μου έλεγε τίποτα: Αλεξάνδρα.
Ο άντρας μου λεγόταν Στέλιος. Είμασταν παντρεμένοι είκοσι επτά χρόνια.
Εκείνη τη στιγμή δεν έκανα τίποτα εντυπωσιακό. Δεν έσπασα πιάτα, δεν μπήκα στο μπάνιο να φωνάξω. Έπλυνα τα χέρια μου, έκλεισα το νερό και κάθισα στο τραπέζι. Θυμάμαι ότι κοίταζα ένα σημάδι από καφέ στο τραπεζομάντιλο και σκεφτόμουν πως έπρεπε να το τρίψω με σαπούνι.
Όταν βγήκε, είχε πετσέτα στους ώμους και μου είπε ότι πεινούσε. Του έδειξα το κινητό.
«Ποια είναι η Αλεξάνδρα;»
Στην αρχή με κοίταξε σαν να μην κατάλαβε. Μετά χλώμιασε. Αυτό ήταν ίσως το χειρότερο. Δεν προσπάθησε καν να γελάσει ή να πει ότι έκανα λάθος. Κάθισε απέναντί μου και άρχισε να λέει ότι «τα πράγματα είχαν μπερδευτεί», ότι δεν ήθελε να με πληγώσει, ότι είχε γίνει εδώ και μήνες.
Μήνες. Εγώ νόμιζα πως απλώς είχε κουραστεί. Είχε αρχίσει να γυρίζει πιο αργά από τη δουλειά στο συνεργείο, να κάνει συχνά το κινητό αθόρυβο, να λέει ότι ήθελε λίγη ησυχία. Είχαμε κι εμείς τα δικά μας. Η κόρη μας, η Μαρία, μόλις είχε τελειώσει τη σχολή της και έψαχνε δουλειά. Ο γιος μας, ο Πάνος, είχε φύγει για Θεσσαλονίκη και πάλευε με ενοίκια και μεροκάματα. Ο Στέλιος είχε μειωμένη δουλειά για ένα διάστημα. Εγώ δούλευα ακόμα σε φούρνο, πρωινή βάρδια, και γυρνούσα κουρασμένη.
Είχα πείσει τον εαυτό μου ότι έτσι είναι οι μακροχρόνιοι γάμοι. Όχι πάντα ρομαντικοί, αλλά δεμένοι. Ότι μετά από τόσα χρόνια δεν χρειάζεται να λέμε πολλά για να ξέρουμε πως είμαστε ο ένας δίπλα στον άλλον.
Την πρώτη εβδομάδα δεν μίλησα στα παιδιά. Ο Στέλιος κοιμόταν στον καναπέ. Μια φορά τον άκουσα να μιλάει χαμηλόφωνα στο μπαλκόνι και δεν άντεξα. Του είπα να φύγει, όχι για πάντα, απλώς να φύγει από μπροστά μου. Πήγε για λίγες μέρες στον αδελφό του.
Η Μαρία το κατάλαβε μόνη της. Ήρθε σπίτι ένα απόγευμα και με βρήκε να διπλώνω τα ίδια καθαρά ρούχα ξανά και ξανά. Κάθισε δίπλα μου και μου είπε μόνο: «Μαμά, τι έγινε;»
Τότε έκλαψα. Όχι ήσυχα. Έκλαψα σαν να είχα κρατηθεί χρόνια, ενώ στην πραγματικότητα ήταν λίγες μέρες. Εκείνη δεν είπε ότι έπρεπε να τον διώξω ούτε ότι έπρεπε να τον συγχωρήσω. Μου έφτιαξε καφέ και πήρε τον αδελφό της τηλέφωνο. Ο Πάνος ήρθε από Θεσσαλονίκη το επόμενο Σαββατοκύριακο. Τον είδα στην πόρτα με ένα σακίδιο και μου κόπηκαν τα πόδια.
Θύμωσε πολύ με τον πατέρα του. Εγώ, παράξενο πράγμα, ήμουν αυτή που προσπαθούσε να τον συγκρατήσει. «Μην τον βρίζεις μπροστά μου», του είπα. Και αμέσως μετά σκέφτηκα: γιατί τον προστατεύω ακόμα;
Τους επόμενους μήνες έγιναν όλα βαριά και πεζά μαζί. Συζητήσεις με δικηγόρο. Χαρτιά για το σπίτι, που ήταν στο όνομά μας και των δύο. Λογαριασμοί, η αποθήκη, το αυτοκίνητο που είχε σχεδόν σαπίσει αλλά έπρεπε κι αυτό να μπει στην κουβέντα. Το σπίτι ήταν δικό μας από τότε που οι τιμές δεν έμοιαζαν με αστείο. Είχαμε πάρει δάνειο, είχαμε στερηθεί διακοπές, είχαμε βάψει μόνοι μας τους τοίχους.
Κάθε αντικείμενο είχε κάτι πάνω του. Το τραπέζι που αγόρασε ο πατέρας μου. Η βιβλιοθήκη που έφτιαξε ο Στέλιος ένα καλοκαίρι. Το δωμάτιο των παιδιών, άδειο πια, με τα παλιά αυτοκόλλητα να ξεκολλάνε στις άκρες.
Δεν ήταν ότι δεν τον αγάπησα. Αυτό έκανε τα πράγματα πιο μπερδεμένα. Μπορούσα να θυμάμαι τον άνθρωπο που στεκόταν δίπλα μου όταν πέθανε η μητέρα μου και, την ίδια μέρα, να μην αντέχω να ακούω το κλειδί του στην πόρτα. Εκείνος ζητούσε συγγνώμη, αλλά όχι με τρόπο που να με ανακουφίζει. Μερικές φορές έλεγε ότι ένιωθε μόνος. Κι εγώ του απαντούσα ότι κι εγώ ένιωθα μόνη, αλλά δεν έφτιαξα δεύτερη ζωή κρυφά.
Τελικά συμφωνήσαμε να μείνω εγώ στο σπίτι και να του δώσω το μερίδιό του σταδιακά, με τη βοήθεια ενός μικρού δανείου και ό,τι είχα κρατήσει στην άκρη. Δεν ήταν νίκη. Ήταν μια συμφωνία που πονούσε κάθε φορά που υπέγραφα.
Οι φίλες μου με κράτησαν όρθια πιο πολύ απ’ όσο θα παραδεχόμουν. Η Λίτσα με έπαιρνε μετά τη βάρδια και περπατούσαμε στην παραλία, ακόμα κι όταν δεν είχα διάθεση να μιλήσω. Η Άννα ερχόταν Κυριακές με ταψί παστίτσιο, λες και το φαγητό μπορούσε να κλείσει τρύπες. Κάποιες φορές μπορούσε λίγο.
Έχουν περάσει δεκατέσσερις μήνες. Δεν είμαι καλά κάθε μέρα. Υπάρχουν βράδια που ακούω κάποιον στο ασανσέρ και για ένα δευτερόλεπτο νομίζω ότι είναι εκείνος. Μετά θυμάμαι ότι δεν είναι.
Πρόσφατα άλλαξα τις κουρτίνες στο σαλόνι. Η Μαρία είπε ότι ήταν πολύ ανοιχτές και θα λερώνονταν εύκολα. Γέλασα, γιατί είχε δίκιο. Την Κυριακή θα έρθει ο Πάνος για φαγητό. Μου ζήτησε γεμιστά.
Έχω ήδη αγοράσει ντομάτες, αν και δεν είναι ακόμα στην καλύτερή τους εποχή.