«Δεν απαγορεύω στον άντρα μου να βλέπει τον γιο του, αλλά δεν αντέχω να ζει μαζί μας»
«Δεν αντέχω άλλο, Δημήτρη! Δεν μπορώ να το κάνω αυτό στον εαυτό μου!» φώναξα, με τα μάτια μου να καίνε από τα δάκρυα που προσπαθούσα να συγκρατήσω. Ο Δημήτρης στεκόταν απέναντί μου, με τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος, το βλέμμα του χαμένο κάπου ανάμεσα στην ενοχή και την αγανάκτηση.
«Μαρία, είναι ο γιος μου. Δεν μπορώ να τον αφήσω. Δεν ζητάω να τον αγαπήσεις σαν δικό σου, αλλά πρέπει να καταλάβεις…»
Τον διέκοψα. «Καταλαβαίνω! Καταλαβαίνω πολύ καλά! Αλλά ποιος καταλαβαίνει εμένα; Ποιος νοιάζεται για το πώς νιώθω εγώ;»
Η φωνή μου έσπασε. Ήταν η τρίτη φορά μέσα σε δύο εβδομάδες που τσακωνόμασταν για τον μικρό Γιάννη. Ο Γιάννης, το παιδί του Δημήτρη από τον πρώτο του γάμο με την Ελένη. Ένα παιδί που ήρθε στη ζωή μου σαν ξένος και τώρα απαιτούσε χώρο στην καρδιά και στο σπίτι μου.
Όταν γνώρισα τον Δημήτρη, ήταν ήδη χωρισμένος. Ήμουν 26 τότε, εκείνος 29. Ερωτεύτηκα την ωριμότητά του, το χιούμορ του, τη στοργή που έδειχνε ακόμα και στα πιο μικρά πράγματα. Ήξερα για τον γιο του – δεν το έκρυψε ποτέ. Μου είπε ότι έβλεπε τον Γιάννη κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο και κάποιες φορές μέσα στη βδομάδα. Δεν με πείραζε τότε. Ήμουν ερωτευμένη, γεμάτη όνειρα για μια κοινή ζωή.
Η μητέρα μου είχε τις αντιρρήσεις της. «Μαρία, σκέψου το καλά. Δεν είναι εύκολο να μπλέκεις με άντρα που έχει παιδί από άλλη γυναίκα. Θα κουβαλάς πάντα το παρελθόν του.» Της απαντούσα πως δεν με νοιάζει, πως η αγάπη όλα τα νικάει.
Πόσο αφελής ήμουν…
Στην αρχή όλα κυλούσαν όμορφα. Τα πρώτα δύο χρόνια ζούσαμε μαζί σε ένα μικρό διαμέρισμα στα Πατήσια. Ο Γιάννης ερχόταν κάθε τόσο, καθόταν λίγες ώρες, παίζαμε επιτραπέζια ή βλέπαμε ταινίες. Προσπαθούσα να είμαι φιλική, να μην δείχνω πόσο άβολα ένιωθα όταν με αποκαλούσε «κυρία Μαρία» αντί για «θεία» ή κάτι πιο οικείο.
Όμως όλα άλλαξαν όταν η Ελένη ανακοίνωσε ότι θα φύγει για τη Γερμανία για δουλειά και ο Γιάννης θα έπρεπε να μείνει μαζί μας για έναν χρόνο τουλάχιστον.
«Δεν γίνεται αλλιώς», είπε ο Δημήτρης ένα βράδυ, ενώ τρώγαμε μακαρόνια στο σαλόνι. «Η Ελένη δεν έχει κανέναν εδώ. Ο Γιάννης είναι ο γιος μου. Πρέπει να τον πάρουμε.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. «Και εγώ; Εμένα με ρώτησες;»
«Σε ρωτάω τώρα.»
Δεν ήξερα τι να πω. Ήθελα να πω όχι, αλλά φοβόμουν πως αν το έκανα θα έχανα τον Δημήτρη. Έτσι είπα ένα αδύναμο «εντάξει», που ακόμα με στοιχειώνει.
Οι πρώτες μέρες με τον Γιάννη στο σπίτι ήταν εφιάλτης. Το παιδί ήταν θλιμμένο, κλειστό, νοσταλγούσε τη μητέρα του. Ξυπνούσε τα βράδια και έκλαιγε. Ο Δημήτρης προσπαθούσε να είναι παντού – πατέρας, μάγειρας, δάσκαλος – κι εγώ ένιωθα ξένη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Η καθημερινότητά μας άλλαξε δραματικά. Δεν υπήρχε πια χρόνος για εμάς τους δύο. Τα βράδια αντί για ταινίες και αγκαλιές είχαμε διάβασμα μαθημάτων και παραμύθια για καληνύχτα. Τα Σαββατοκύριακα πήγαιναν σε παιδικές χαρές και παιδότοπους αντί για εκδρομές ή βόλτες στη θάλασσα.
Άρχισα να ζηλεύω τον ίδιο μου τον σύντροφο. Ζήλευα την αγάπη που έδινε στον γιο του, τη φροντίδα του, την προσοχή του. Ζήλευα ακόμα και την Ελένη – εκείνη είχε φύγει μακριά κι εγώ είχα μείνει πίσω με τις ευθύνες της.
Μια μέρα γύρισα από τη δουλειά κουρασμένη και βρήκα το σπίτι άνω-κάτω: παιχνίδια παντού, χυμένος χυμός στο τραπέζι, ο Γιάννης να φωνάζει στον Δημήτρη γιατί δεν του άρεσε το φαγητό.
«Δεν είμαι η μάνα σου!» ξέφυγε από τα χείλη μου πριν προλάβω να το σκεφτώ.
Ο Γιάννης με κοίταξε με μάτια γεμάτα δάκρυα και έτρεξε στο δωμάτιό του.
Ο Δημήτρης με κοίταξε απογοητευμένος. «Δεν σου ζήτησα ποτέ να γίνεις η μάνα του. Αλλά περίμενα λίγη κατανόηση.»
Ένιωσα τύψεις, αλλά και θυμό. Γιατί έπρεπε εγώ να κάνω πάντα πίσω; Γιατί έπρεπε εγώ να θυσιάζω τη ζωή μου;
Οι καβγάδες έγιναν καθημερινότητα. Η μητέρα μου επέμενε: «Χώρισε όσο είναι νωρίς! Θα καταστρέψεις τη ζωή σου!» Οι φίλες μου απομακρύνθηκαν – δεν ήθελαν να ακούνε άλλο τα παράπονά μου.
Ένα βράδυ ξέσπασα στον Δημήτρη:
«Δεν αντέχω άλλο! Δεν θέλω να ζω έτσι! Δεν απαγορεύω να βλέπεις τον γιο σου – ποτέ δεν θα το έκανα αυτό! Αλλά δεν μπορώ να ζει μαζί μας! Θέλω τη ζωή μας πίσω!»
Ο Δημήτρης έμεινε σιωπηλός για ώρα. Μετά σηκώθηκε και πήγε στο δωμάτιο του Γιάννη.
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα μόνη στον καναπέ.
Την επόμενη μέρα ο Δημήτρης μού είπε πως θα πάει τον Γιάννη στη μητέρα του στην Καβάλα – εκεί είχε μια θεία που μπορούσε να τον φιλοξενήσει μέχρι να επιστρέψει η Ελένη από τη Γερμανία.
«Θέλω να είμαστε μαζί», μου είπε ήρεμα. «Αλλά πρέπει να ξέρεις πως ο Γιάννης θα είναι πάντα μέρος της ζωής μου.»
Δεν απάντησα αμέσως. Ένιωθα ανακούφιση που το σπίτι θα ησύχαζε ξανά, αλλά και ντροπή για τα συναισθήματά μου.
Τώρα κάθομαι μόνη στο μπαλκόνι μας, κοιτάζοντας τα φώτα της πόλης και αναρωτιέμαι: Μπορεί μια γυναίκα να αγαπήσει πραγματικά ένα παιδί που δεν είναι δικό της; Μπορεί μια σχέση να αντέξει όταν το παρελθόν εισβάλλει τόσο βίαια στο παρόν;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα αντέχατε; Ή μήπως είμαι απλά εγωίστρια;