Ο γιος μου χτύπησε την πόρτα των γειτόνων για να μας σώσει όταν εγώ δεν είχα πια δύναμη
«Άνοιξε, Μαρία! Μη με προκαλείς άλλο!» ούρλιαζε ο Στέλιος και κοπανούσε την πόρτα της κουζίνας τόσο δυνατά, που νόμιζα πως θα φύγει από τους μεντεσέδες. Ο μικρός μου, ο Γιάσων, είχε χωθεί πίσω από την καρέκλα και με κοίταζε με μάτια γουρλωμένα, χωρίς να κλαίει καν. Αυτό ήταν το χειρότερο. Είχε συνηθίσει.
Εγώ κρατούσα το κινητό με χέρια που έτρεμαν, αλλά δεν είχα πατήσει τίποτα. Ούτε την αδερφή μου, ούτε την αστυνομία. Πάλι κόλλησα. Πάλι σκέφτηκα «κι αν ηρεμήσει; κι αν περάσει;». Αυτές οι σκέψεις με είχαν καταστρέψει.
Ο Στέλιος ήταν πάντα νευρικός, αλλά τα τελευταία τρία χρόνια, από τότε που έχασε τη δουλειά του στη μάντρα οικοδομών, βούλιαξε στο ποτό. Στην αρχή ήταν οι μπίρες στο μπαλκόνι. Μετά τα τσίπουρα από νωρίς. Μετά ήρθαν οι φωνές, οι προσβολές, τα σπασμένα πιάτα. Και μετά… τα χέρια.
«Για σένα κατάντησα έτσι!» μου έλεγε.
«Για όλους δουλεύω μόνο εγώ, κι εσύ όλο γκρίνια!»
Δούλευα σε φούρνο στη γειτονιά, πρωινό ωράριο, με ψίχουλα. Γύριζα σπίτι και μετρούσα κέρματα για το σούπερ μάρκετ. Η ΔΕΗ απλήρωτη. Το ενοίκιο πάντα πίσω. Και μέσα σε όλα, να προσπαθώ να διαβάσω ένα παιδί της πρώτης δημοτικού που πεταγόταν στον ήχο κάθε κλειδιού στην πόρτα.
Εκείνο το βράδυ είχε χάσει, λέει, λεφτά στο καφενείο. Μπήκε μέσα μυρίζοντας αλκοόλ και ιδρώτα. Είδε το φαγητό κρύο και άρχισε.
«Ούτε ένα πιάτο ζεστό δεν μπορείς να κρατήσεις; Τι κάνεις όλη μέρα;»
«Στέλιο, σε παρακαλώ, χαμήλωσε. Το παιδί…»
Δεν με άφησε να τελειώσω. Πέταξε το πιάτο στον τοίχο. Οι φακές έτρεξαν σαν λεκές κάτω από το ρολόι. Ο Γιάσων πετάχτηκε.
«Μπαμπά, μη!» φώναξε.
Ο Στέλιος γύρισε και τον κοίταξε μ’ εκείνο το βλέμμα που δεν ήταν πια βλέμμα ανθρώπου. Και τότε φοβήθηκα αληθινά. Όχι για μένα. Για το παιδί μου.
Τον έσπρωξα να μπει στο δωμάτιό του και στάθηκα μπροστά στην πόρτα. Ο Στέλιος με άρπαξε από το μπράτσο τόσο δυνατά, που για μέρες μετά είχα τα σημάδια.
«Θα μου κάνεις και την έξυπνη;»
«Άσε με!» του είπα. «Φτάνει πια!»
Για ένα δευτερόλεπτο πάγωσαν όλα. Και μετά με χαστούκισε.
Δεν έπεσα. Δεν ξέρω πώς. Αλλά ακούστηκε ένα μικρό «όχι» από πίσω μου. Ο Γιάσων. Είχε ανοίξει την πόρτα χωρίς να τον πάρω είδηση.
«Μαμά, έλα», μου είπε ψιθυριστά.
Ο Στέλιος έκανε ένα βήμα προς το μέρος μας. Και τότε ο γιος μου έτρεξε. Όχι προς εμένα. Προς την εξώπορτα.
«Γιάσωνα!» ούρλιαξα.
Μέχρι να τον φτάσω, είχε βγει στην πολυκατοικία ξυπόλυτος, με την πιτζάμα. Άκουσα τα μικρά του χέρια να χτυπάνε την πόρτα της κυρίας Ελένης απέναντι.
«Βοήθεια! Σας παρακαλώ! Ο μπαμπάς χτυπάει τη μαμά μου!»
Αυτή η φράση… με διέλυσε.
Άνοιξε η πόρτα αμέσως. Μετά κι άλλη. Ο κύριος Αντώνης από τον τρίτο βγήκε φωνάζοντας «τι γίνεται εδώ;». Η κυρία Ελένη τράβηξε τον Γιάσωνα μέσα στην αγκαλιά της. Εγώ στεκόμουν στο κατώφλι και έκλαιγα χωρίς ήχο. Ο Στέλιος, όταν είδε κόσμο, άρχισε τα γνωστά.
«Οικογενειακό θέμα είναι! Μην ανακατεύεστε!»
Αλλά αυτή τη φορά κάποιος ανακατεύτηκε.
Ο κύριος Αντώνης είχε ήδη καλέσει την αστυνομία. Μέσα σε λίγα λεπτά ήρθαν. Ο Στέλιος στην αρχή τους μιλούσε ήρεμα, σχεδόν παραπονιάρικα, σαν να ήταν το θύμα. Μετά άρχισε να φωνάζει και σε εκείνους. Όταν είδαν το πρόσωπό μου, το σπασμένο σπίτι και το παιδί μου να τρέμει, δεν υπήρχε πια χώρος για δικαιολογίες.
Τον πέρασαν χειροπέδες στην είσοδο της πολυκατοικίας. Θυμάμαι τις παντόφλες του να σέρνονται στα σκαλιά και μια γειτόνισσα να κάνει τον σταυρό της. Κι εγώ; Εγώ ένιωσα ντροπή, ανακούφιση, φόβο, όλα μαζί. Ένα κουβάρι. Σαν να έσκασε μέσα μου κάτι παλιό.
Εκείνο το βράδυ δεν μείναμε σπίτι. Η κυρία Ελένη μας έδωσε μια ζακέτα για τον μικρό και με έβαλε να πιω λίγο νερό με ζάχαρη, λες και ήμουν παιδί. Πήρα τη μάνα μου τηλέφωνο μετά από μήνες σιωπής.
«Μάνα… μπορώ να έρθω;»
Έμεινε δύο δευτερόλεπτα σιωπηλή.
«Πάρε το παιδί και έλα. Τώρα.»
Στο Κιάτο μένει, σε ένα μικρό σπίτι με αυλή και βασιλικό σε τσίγκινο κουτί. Εκεί πήγαμε με δυο σακούλες ρούχα και τα χαρτιά μας μέσα σε έναν φάκελο από τον φούρνο. Τίποτα άλλο δεν πήρα. Ούτε φωτογραφίες. Ούτε σεντόνια. Ούτε τις αυταπάτες μου.
Οι πρώτες μέρες ήταν δύσκολες. Ο Γιάσων ξυπνούσε τη νύχτα και έλεγε «μαμά, άκουσα βήματα». Εγώ πεταγόμουν με την καρδιά στον λαιμό κάθε φορά που χτυπούσε μηχανάκι στον δρόμο. Πήγαμε σε κοινωνική λειτουργό. Έκανα κατάθεση. Έβγαλα ασφαλιστικά μέτρα. Τα έτρεξα όλα σαν να με κυνηγούσε φωτιά. Και ίσως με κυνηγούσε.
Η μάνα μου δεν με ρώτησε ποτέ «γιατί άργησες τόσο;». Μόνο μου έβαζε πιάτο φαΐ και άφηνε καθαρή πετσέτα στο κρεβάτι. Αυτή η σιωπηλή φροντίδα με λύγισε πιο πολύ απ’ όλα.
Τώρα δουλεύω πάλι, σε ένα ζαχαροπλαστείο αυτή τη φορά. Ο Γιάσων έχει φίλους στη γειτονιά και ζωγραφίζει ήλιους, όχι σκιές. Καμιά φορά ακόμα φοβάμαι. Δεν θα πω ψέματα. Αλλά δεν ζω πια με το στομάχι δεμένο κόμπο κάθε βράδυ.
Το πιο βαρύ μου βάρος είναι ότι χρειάστηκε το παιδί μου να γίνει γενναίο, επειδή εγώ είχα μάθει να αντέχω. Και κανένα παιδί δεν πρέπει να μαθαίνει έτσι τη γενναιότητα.
Αν διαβάζει κάποια γυναίκα αυτά που γράφω και περιμένει «την κατάλληλη στιγμή», να σου πω κάτι; Η κατάλληλη στιγμή δεν έρχεται. Τη φτιάχνεις τη στιγμή, μέσα στον φόβο.
Ακόμα αναρωτιέμαι: πόσες φορές λέμε «για το παιδί μένω», ενώ στην αλήθεια το παιδί μάς δείχνει πότε πρέπει να φύγουμε;
Εσείς τι θα λέγατε σε μια μάνα που φοβάται να κάνει το πρώτο βήμα;