«Δεν είμαι η μαγείρισσα της οικογένειας»: Το Σαββατοκύριακο που η Ελένη αρνήθηκε να κάνει μόνη της το τραπέζι για τον πεθερό της
Δεν μπορώ να πω ακριβώς πότε άρχισα να το σιχαίνομαι. Ίσως δεν ήταν μια συγκεκριμένη μέρα. Ήταν οι Κυριακές που ξυπνούσα από τις οκτώ, ενώ ο Μάνος κοιμόταν λίγο παραπάνω, και έκανα στο κεφάλι μου λίστα: πατάτες, ψωμί, κρασί, χαρτοπετσέτες, φέτα, γλυκό. Μετά σκούπισμα, ξεσκόνισμα, μπάνιο, στρώσιμο τραπεζιού. Όλα πριν χτυπήσει το πρώτο κουδούνι.
Μένουμε σε ένα διαμέρισμα στα Πατήσια, τρίτος χωρίς ασανσέρ που να λειτουργεί πάντα. Δεν είναι μεγάλο. Σαλόνι, μικρή κουζίνα, δύο υπνοδωμάτια. Κι όμως, σχεδόν κάθε δύο εβδομάδες μαζεύονταν εκεί οι γονείς του Μάνου, η αδερφή του με τον άντρα της και τα δύο παιδιά τους, και καμιά φορά ο μικρότερος αδερφός του με την κοπέλα του.
Στην αρχή δεν με πείραζε. Είχα μεγαλώσει κι εγώ σε σπίτι που το τραπέζι ήταν σημαντικό. Η μαμά μου έλεγε πάντα «να ανοίγει το σπίτι, να μπαίνει κόσμος». Μου άρεσε να μαγειρεύω. Ακόμα μου αρέσει, όταν το διαλέγω εγώ.
Αλλά στο δικό μας σπίτι υπήρχε ένας παράξενος κανόνας, που κανείς δεν είχε πει φωναχτά: εγώ ήμουν υπεύθυνη για όλα.
Η πεθερά μου, η κυρία Βάσω, ερχόταν συνήθως με ένα ταπεράκι γαλακτομπούρεκο ή μια σαλάτα. Δεν λέω, κάτι έφερνε. Μετά όμως καθόταν στον καναπέ και έλεγε στην κουνιάδα μου, τη Δήμητρα, τα νέα από τη γειτονιά τους. Η Δήμητρα έβγαζε τα παιδιά της από τα παπούτσια, έπινε καφέ και μου φώναζε από το σαλόνι: «Ελένη, να βοηθήσω σε τίποτα;»
Το έλεγε ενώ ήμουν ήδη με τα χέρια μέσα στα νερά ή έτρεχα να μη μου αρπάξει το φαγητό.
Κι εγώ, από συνήθεια, απαντούσα: «Όχι, καλά είμαι.»
Δεν ήμουν καλά. Απλώς ντρεπόμουν να πω το αντίθετο.
Ο Μάνος δεν ήταν άνθρωπος που δεν έκανε ποτέ τίποτα. Τις καθημερινές πήγαινε λαϊκή κάποιες φορές, κατέβαζε σκουπίδια, έβαζε πλυντήριο αν του το ζητούσα. Αλλά όταν ερχόταν η οικογένειά του, μεταμορφωνόταν σε οικοδεσπότη. Καθόταν με τον πατέρα του, άνοιγε κρασιά, γέμιζε ποτήρια και με φώναζε από την κουζίνα: «Αγάπη, έχουμε άλλο ψωμί;»
Σαν να δούλευα εκεί.
Η αφορμή έγινε στα γενέθλια του πεθερού μου, του κυρίου Στέλιου. Έκλεινε τα 70, και η κυρία Βάσω αποφάσισε ότι «πρέπει να γίνει κανονικό τραπέζι, όχι πρόχειρα πράγματα». Μου το είπε μια Τρίτη στο τηλέφωνο, σχεδόν σαν να μου υπαγόρευε παραγγελία.
«Λοιπόν, Ελένη μου, να κάνεις κανένα παστίτσιο ή μουσακά, όπως τα κάνεις εσύ. Και αρνάκι με πατάτες, γιατί το θέλει ο Στέλιος. Μια πίτα θα ήταν ωραία. Α, και μη βάλεις έτοιμο γλυκό, θα κάνεις εκείνο το προφιτερόλ που είχες κάνει τα Χριστούγεννα.»
Εκείνη τη στιγμή ήμουν στο λεωφορείο, γυρνούσα από τη δουλειά. Δουλεύω σε φαρμακείο στο κέντρο, όρθια όλη μέρα. Είχα ήδη περάσει μια εβδομάδα με ελλείψεις προσωπικού και δύο συναδέλφους άρρωστους. Κρατούσα τη χειρολαβή και σκεφτόμουν ότι για να γίνουν όλα αυτά θα έπρεπε να ψωνίσω από Παρασκευή, να μαγειρεύω όλο το Σάββατο και μετά να καθαρίζω μέχρι το βράδυ της Κυριακής.
Της είπα απλά: «Κυρία Βάσω, δεν μπορώ να κάνω όλα αυτά μόνη μου αυτή τη φορά.»
Έγινε μια παύση.
«Τι εννοείς δεν μπορείς;»
«Εννοώ ότι είμαι πολύ κουρασμένη. Μπορούμε να παραγγείλουμε κάτι, ή να φέρει ο καθένας από ένα φαγητό. Να κάνω κι εγώ κάτι, αλλά όχι ολόκληρο τραπέζι.»
Η φωνή της άλλαξε αμέσως.
«Για τα 70 του πατέρα του Μάνου μιλάμε. Μία φορά τον χρόνο είναι.»
Το βράδυ το είπα στον Μάνο. Περίμενα, δεν ξέρω τι περίμενα. Να πει ότι θα αναλάβει εκείνος τη μισή δουλειά, έστω. Αντί γι’ αυτό μου είπε ότι η μητέρα του στενοχωρήθηκε.
«Δεν χρειαζόταν να της το πεις έτσι.»
«Πώς να της το έλεγα;»
«Δεν ξέρω. Αλλά θα μπορούσες να κάνεις μια προσπάθεια. Είναι ο μπαμπάς μου.»
Εκεί θύμωσα πολύ, περισσότερο απ’ όσο έπρεπε ίσως. Του είπα ότι και οι δικοί μου γονείς έχουν γενέθλια, αλλά δεν περιμένουν από εκείνον να γίνει σερβιτόρος και λαντζέρης. Του είπα ότι η «προσπάθεια» ήταν πάντα δική μου. Και του είπα, που το κρατούσα καιρό, ότι βαρέθηκα να με κοιτάνε όλοι σαν να είναι φυσικό να εξαφανίζομαι στην κουζίνα μόλις έρχονται.
Ο Μάνος κοκκίνισε. Δεν φώναξε στην αρχή. Μου είπε μόνο: «Υπερβάλλεις.»
Αυτή η λέξη με έκανε χειρότερα.
«Ωραία», του είπα. «Τότε κάν’ το εσύ. Πάρε εσύ άδεια από τη ζωή σου και μαγείρεψε για έντεκα άτομα. Εγώ θα κάτσω στον καναπέ και θα σε ρωτάω αν θέλεις βοήθεια.»
Κοιμηθήκαμε χωριστά εκείνο το βράδυ. Εκείνος στον καναπέ, εγώ στο κρεβάτι χωρίς να κοιμάμαι πραγματικά. Άκουγα την τηλεόραση χαμηλά και ένιωθα και θυμό και ενοχή. Δεν ήθελα να χαλάσω τα γενέθλια ενός ανθρώπου που, κατά τα άλλα, μου είχε φερθεί καλά. Ο πεθερός μου δεν μου είχε ζητήσει ποτέ τίποτα. Ήταν απλώς μέρος όλου αυτού, χωρίς να το καταλαβαίνει.
Την επόμενη μέρα, ο Μάνος με πήρε τηλέφωνο στη δουλειά. Μου είπε ότι μίλησε με τα αδέρφια του. Η Δήμητρα θα έφερνε παστίτσιο και σαλάτες, ο αδερφός του θα αναλάμβανε κρέατα και ποτά, η μητέρα του πίτα και γλυκό. Εκείνος θα καθάριζε το σπίτι μαζί μου το Σάββατο και μετά το τραπέζι, όχι «θα βοηθούσε». Θα το έκανε.
Δεν πανηγύρισα. Του είπα «εντάξει» και έκλεισα, γιατί είχα πελάτη μπροστά μου.
Την Κυριακή ήρθαν όλοι. Η κυρία Βάσω ήταν ψυχρή στην αρχή. Μου έδωσε την πίτα της και είπε «ελπίζω να σου είναι αρκετά εύκολο σήμερα». Ήταν καρφί, καθαρό. Το άφησα να πέσει κάτω. Δεν είχα δυνάμεις για άλλο καβγά.
Παράξενο όμως: η Δήμητρα έβγαλε μόνη της τα πιάτα από τη σακούλα, ο αδερφός του Μάνου έψηνε στο μπαλκόνι, και ο ίδιος ο Μάνος μπήκε στην κουζίνα πριν φάμε και άρχισε να βάζει νερά, να κόβει ψωμί, να μαζεύει.
Μετά το φαγητό, όταν σηκώθηκαν όλοι, η πεθερά μου έκανε να πάει προς τον καναπέ. Ο Μάνος της είπε ήρεμα: «Μαμά, άσε, θα τα μαζέψουμε όλοι. Δεν γίνεται η Ελένη να τα κάνει κάθε φορά μόνη της.»
Δεν απάντησε αμέσως. Με κοίταξε, μετά κοίταξε τον γιο της. Στο τέλος έπιασε τα πιάτα.
Ο Μάνος μου ζήτησε συγγνώμη αργότερα, όταν έφυγαν όλοι και σφουγγαρίζαμε την κουζίνα. Δεν είπε μεγάλες κουβέντες. Είπε ότι είχε συνηθίσει να βλέπει τη μητέρα του να κάνει τα πάντα και δεν είχε καταλάβει πως περίμενε από μένα το ίδιο. Του είπα ότι δεν ήθελα να με βλέπει σαν τη μητέρα του, ούτε σαν υπηρέτρια της οικογένειάς του.
Από τότε δεν άλλαξαν όλα μαγικά. Η κυρία Βάσω ακόμα πετάει καμιά σπόντα. Κι εγώ ακόμα, από συνήθεια, πάω να σηκωθώ πρώτη από το τραπέζι.
Αλλά ο Μάνος σηκώνεται μαζί μου. Και την τελευταία φορά που ήρθαν, πριν προλάβω να πω οτιδήποτε, η Δήμητρα έφερε δύο ταψιά γεμιστά και μου είπε: «Μην κάνεις πολλά, θα φέρουμε όλοι.»
Μπορεί να ήταν μικρό πράγμα. Για μένα, ήταν η πρώτη Κυριακή μετά από χρόνια που κάθισα να πιω έναν καφέ όσο ήταν ακόμα ζεστός.