Η πεθερά μου μπήκε πάλι με το κλειδί, πέταξε το φαγητό που είχα μαγειρέψει και τότε για πρώτη φορά ο άντρας μου στάθηκε απέναντί της
«Πάλι αυτά θα φάνε τα παιδιά; Μακαρόνια με κιμά από χθες;»
Γύρισα απότομα από τον νεροχύτη και την είδα μέσα στην κουζίνα μου, με την τσάντα κρεμασμένη στον ώμο και το κλειδί ακόμα στο χέρι. Η πεθερά μου, η κυρία Αθηνά, είχε μπει πάλι χωρίς να χτυπήσει. Ο μικρός μου, ο Σταύρος, την κοίταζε σιωπηλός από το τραπέζι. Η κόρη μου, η Μαρίνα, μάζευε βιαστικά τις ξυλομπογιές της, σαν να είχε μπει δασκάλα για έλεγχο.
«Αθηνά, ούτε τηλέφωνο, ούτε κουδούνι;» της είπα.
Με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. «Αφού έχω κλειδί, κορίτσι μου. Και καλά έκανα που ήρθα. Το σπίτι είναι πάλι ανάστα ο Κύριος.»
Το είπε ήρεμα. Αυτό ήταν το χειρότερο. Όχι σαν κουβέντα. Σαν απόφαση.
Ο άντρας μου, ο Γιάννης, ήταν στο σαλόνι και έφτιαχνε κάτι στο κινητό του. Τα άκουγε όλα. Δεν σηκώθηκε. Δεν είπε τίποτα. Ήξερα ήδη τι θα έλεγε αργότερα. «Μην το κάνεις θέμα, η μάνα μου θέλει να βοηθήσει.»
Να βοηθήσει σε τι ακριβώς; Να μου ανοίγει τα ντουλάπια; Να μυρίζει τις πετσέτες για να δει αν “κρατάνε υγρασία”; Να αλλάζει στα παιδιά ρούχα επειδή εκείνη έκρινε ότι δεν τα έντυσα σωστά;
Αυτό γινόταν μήνες. Από τότε που γεννήθηκε η Μαρίνα, και χειρότερα όταν ήρθε και ο Σταύρος. Στην αρχή έλεγα, εντάξει, είναι γιαγιά, έχει αγωνία. Μετά άρχισε να έρχεται κάθε δεύτερη μέρα. Μετά κάθε μέρα. Μετά όποτε ήθελε. Έμπαινε μέσα και έκανε έλεγχο.
«Γιατί τα παιχνίδια είναι κάτω;»
«Γιατί τα παιδιά παίζουν», της απαντούσα.
«Δεν σηκώνεις χαλιά με δυο παιδιά στο σπίτι; Πώς καθαρίζεις;»
«Καθαρίζω όπως προλαβαίνω.»
«Ε, αυτό λέω κι εγώ. Δεν προλαβαίνεις.»
Μικρές μαχαιριές. Κάθε μέρα.
Ο Γιάννης δούλευε πολλές ώρες σε συνεργείο και γύριζε κουρασμένος. Τα οικονομικά μας ήταν στριμωγμένα. Εγώ έκανα κάτι λίγες δουλειές από το σπίτι, ό,τι έβρισκα, για να βγαίνει το σούπερ μάρκετ και οι λογαριασμοί. Δεν είχα δύναμη για πόλεμο. Κι ίσως, αν είμαι ειλικρινής, ντρεπόμουν κιόλας. Γιατί σε κάνουν να νιώθεις πως ό,τι κι αν κάνεις δεν είναι αρκετό.
Το Σάββατο που τα τίναξα όλα στον αέρα, είχε έρθει από τις εννιά το πρωί.
«Σήμερα θα βάλουμε μια τάξη», ανακοίνωσε, σαν να ήταν το σπίτι δικό της.
Άρχισε να ανοίγει παράθυρα, να τραβάει έπιπλα, να βγάζει σεντόνια από τις ντουλάπες. Μου είπε να ξανασφουγγαρίσω το πάτωμα «με καυτό νερό, όχι έτσι όπως το πας», να βάλω άλλη κατσαρόλα για τα φασολάκια γιατί «τα παιδιά πρέπει να τρώνε λαδερά σωστά», και να μη δίνω στη Μαρίνα χυμό από το ψυγείο γιατί «θα της κάτσει στο λαιμό».
Η Μαρίνα κάποια στιγμή ήρθε και κρύφτηκε πίσω μου.
«Μαμά, γιατί φωνάζει η γιαγιά;» μου ψιθύρισε.
Δεν φώναζε. Θα προτιμούσα να φώναζε. Εκείνη έκανε κάτι χειρότερο. Καταλάμβανε τον αέρα του σπιτιού.
Μετά την είδα να ανοίγει την κατσαρόλα με τον κιμά που είχα κρατήσει για το μεσημέρι.
«Αυτό πέτα το. Είναι από χθες.»
Και πριν προλάβω να μιλήσω, το άδειασε στον νεροχύτη.
Κάτι σκοτείνιασε μέσα μου.
«Τι κάνετε;» της είπα. Όχι δυνατά στην αρχή. Σφιγμένα.
«Σε γλιτώνω από το να ταΐσεις τα παιδιά σαβούρα.»
Ο Γιάννης μπήκε τότε στην κουζίνα. Άκουσε μόνο το τελευταίο.
«Έλα, ρε μάνα, άστο τώρα…» είπε χαμηλά.
Γύρισα και τον κοίταξα. «Άστο; Αυτό έχεις να πεις; Άστο;»
Με κοίταζε σαν να ήθελε να εξαφανιστεί. Αυτό έκανε πάντα. Όταν η μάνα του μείωνε εμένα, εκείνος μίκραινε κι άλλο.
Η Αθηνά σταύρωσε τα χέρια. «Εγώ για το καλό σας είμαι εδώ. Αν περίμενα από εκείνη…»
«Από εμένα τι; Πείτε το. Πείτε το ολόκληρο επιτέλους.»
Σιώπησε για μισό δευτερόλεπτο και μετά το είπε.
«Δεν είσαι νοικοκυρά. Δεν κρατάς σπίτι όπως πρέπει. Τα παιδιά θέλουν πρόγραμμα, καθαριότητα, σωστό φαΐ. Όχι αυτή την κατάσταση.»
Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει. Τα μάτια μου γέμισαν, αλλά δεν ήθελα να κλάψω μπροστά της. Όχι πάλι.
«Ακούστε με πολύ καλά», της είπα. «Αυτό είναι το σπίτι μου. Τα παιδιά είναι δικά μου και του Γιάννη. Δεν θα ξαναμπείτε εδώ μέσα χωρίς να σας καλέσω. Δεν θα πετάτε φαγητό, δεν θα ανοίγετε ντουλάπια, δεν θα μου λέτε πώς θα αναπνεύσω μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Φτάνει.»
«Πώς μου μιλάς;» έκανε ένα βήμα μπροστά.
«Όπως έπρεπε να σας μιλήσω εδώ και καιρό.»
Ο Σταύρος άρχισε να κλαίει. Η Μαρίνα με τραβούσε από τη μπλούζα. Ο Γιάννης έμεινε ακίνητος μερικά δευτερόλεπτα. Και μετά, επιτέλους, μίλησε.
«Μάνα, τέλος.»
Η Αθηνά γύρισε και τον κοίταξε σαν να την χαστούκισε.
«Τι είπες;»
«Είπα τέλος. Δεν θα ξανάρχεσαι χωρίς να σε καλέσουμε. Δώσε μου το κλειδί.»
«Γιάννη, εγώ σε μεγάλωσα!»
«Το ξέρω. Αλλά αυτό είναι το σπίτι μου με τη γυναίκα μου. Και την έχεις πληγώσει πολύ.»
Δεν ξέρω αν ήταν η πρώτη φορά που το έβλεπε ή η πρώτη φορά που το παραδεχόταν. Η μάνα του άρχισε να λέει πως την κάναμε πέρα, πως ξένοι άνθρωποι έγιναν πιο σημαντικοί από εκείνη, πως οι νύφες πάντα χωρίζουν τους γιους από τις μάνες τους. Τα κλασικά. Μόνο που εκείνη τη φορά δεν έπιασαν.
Ακούμπησε το κλειδί στον πάγκο τόσο δυνατά που πετάχτηκε λίγο προς το μέρος μου. Πήρε την τσάντα της και έφυγε χωρίς να χαιρετήσει.
Έμεινε μια σιωπή βαριά. Ο νεροχύτης μύριζε κιμά και ντομάτα. Το πάτωμα ήταν γεμάτο πατημασιές. Τα παιδιά με κοιτούσαν τρομαγμένα.
Ο Γιάννης με πλησίασε αργά.
«Συγγνώμη», μου είπε. «Άργησα πολύ.»
Δεν του απάντησα αμέσως. Γιατί ναι, άργησε. Κι εγώ είχα μείνει πολύ καιρό μόνη μέσα σε αυτό. Αλλά εκείνη τη στιγμή, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ένιωσα πως κάποιος έκλεισε την πόρτα από μέσα και μας προστάτεψε.
Από τότε δεν έγιναν όλα τέλεια. Η Αθηνά πήρε, έκλαψε, θύμωσε, είπε σε συγγενείς τα δικά της. Εγώ ακόμα πετάγομαι όταν ακούω κλειδί στην πόρτα. Αλλά τώρα η πόρτα είναι δική μας. Και αυτό αλλάζει τα πάντα.
Τελικά, πόσο αργά είναι αργά για να βάλεις όρια; Και γιατί πρέπει μια γυναίκα να φτάσει να σπάσει για να την ακούσουν;