Η πεθερά μου ήθελε τον άντρα μου και τα λεφτά μας για το παλιό σπίτι στο χωριό, ενώ το δικό μας σπίτι στην Αθήνα έσταζε πάνω από το παιδί μας
«Δημήτρη, στάζει πάλι πάνω από την κούνια της Μαρίας!» του φώναξα από το παιδικό, κρατώντας μια λεκάνη με το ένα χέρι και το κινητό με το άλλο. Το νερό έπεφτε ρυθμικά από το ταβάνι, πλακ, πλακ, πλακ, κι η μικρή είχε ξυπνήσει κλαίγοντας. Εκείνος στεκόταν στην πόρτα παγωμένος. Και πριν προλάβει να πει λέξη, χτύπησε το τηλέφωνό του. «Η μάνα μου είναι», μουρμούρισε. Τον κοίταξα και ένιωσα κάτι μέσα μου να σπάει.
Μένουμε σε ένα διαμέρισμα στα Πατήσια, παλιό, μικρό, με μια υγρασία που στην αρχή προσπαθούσα να την υποτιμήσω. «Θα το φτιάξουμε σιγά σιγά», λέγαμε. Μόνο που το σιγά σιγά έγινε μήνες. Οι τοίχοι άρχισαν να πετάνε φουσκάλες, οι ντουλάπες μύριζαν κλεισούρα και τα ρουχαλάκια της Μαρίας τραβούσαν μια βαριά μυρωδιά που δεν έφευγε ούτε μετά το πλύσιμο.
Κι όμως, κάθε Σαββατοκύριακο, ο Δημήτρης έφευγε για το χωριό, έξω από τη Λαμία, για να φτιάξει το σπίτι της μάνας του. Ένα παλιό πέτρινο σπίτι που είχε γίνει η εμμονή της. Άλλοτε σκεπή, άλλοτε αυλή, άλλοτε σωλήνες. Πάντα κάτι. Πάντα «επείγον».
Η πεθερά μου, η κυρία Σταυρούλα, έμενε μόνη της από τότε που πέθανε ο πεθερός μου. Και ναι, το καταλάβαινα. Η μοναξιά είναι βάρος. Αλλά είχε έναν τρόπο να μιλάει στον Δημήτρη που με έκανε να ανατριχιάζω.
«Εσένα έχω μόνο, αγόρι μου. Αν δεν βοηθήσεις εσύ, θα πέσει το σπίτι να με πλακώσει.»
«Μάνα, θα δω…» έλεγε εκείνος.
«Τι θα δεις; Για τους ξένους τρέχεις και για τη μάνα σου όχι;»
Οι ξένοι ήμασταν εγώ και το παιδί του. Αυτό πονούσε πιο πολύ.
Στην αρχή δεν μιλούσα. Δεν ήθελα να φανώ η κακιά νύφη. Κλασικά πράγματα, θα πείτε. Στην Ελλάδα μεγαλώσαμε με το «η μάνα είναι μάνα». Ναι. Αλλά και η οικογένεια που έφτιαξες τι είναι;
Ένα βράδυ, καθώς σκούπιζα πάλι νερά από το σαλόνι, του είπα ήρεμα:
«Δημήτρη, δεν πάει άλλο. Πρέπει να φωνάξουμε μάστορα.»
Χαμήλωσε τα μάτια.
«Δεν βγαίνουμε αυτόν τον μήνα, Ελένη. Έδωσα κάτι λεφτά στη μάνα για τα κεραμίδια.»
Έμεινα με το πανί στο χέρι.
«Πόσα;»
«Οκτακόσια.»
Δεν φώναξα αμέσως. Αυτό είναι το χειρότερο μερικές φορές. Όταν παγώνεις.
«Οκτακόσια ευρώ; Και δεν μου είπες τίποτα;»
«Δεν ήθελα να τσακωθούμε.»
«Και προτίμησες να κοιμόμαστε με κουβάδες;»
Η μικρή άρχισε να βήχει από το δωμάτιο. Γυρίσαμε και οι δύο προς τα εκεί. Αυτή η στιγμή… δεν θα την ξεχάσω ποτέ.
Την επόμενη Κυριακή πήγα κι εγώ στο χωριό. Δεν το είχα πει σε κανέναν. Μπήκα στην αυλή και τον είδα πάνω σε μια σκάλα, να βάφει παράθυρα. Η Σταυρούλα καθόταν από κάτω και του έδινε οδηγίες λες και έχτιζε πολυκατοικία στο Κολωνάκι.
«Α, ήρθες;» μου είπε ξερά. «Καφέ δεν έχω έτοιμο.»
«Δεν ήρθα για καφέ», της απάντησα.
Ο Δημήτρης κατέβηκε αμέσως. Το κατάλαβε από το πρόσωπό μου.
«Το σπίτι μας στην Αθήνα σαπίζει», είπα. «Η Μαρία βήχει κάθε βράδυ. Και εσύ βάφεις κουφώματα εδώ;»
Η Σταυρούλα πετάχτηκε.
«Μην κάνεις σκηνές στην αυλή μου. Το σπίτι αυτό είναι του άντρα μου, του πατέρα του. Έχει υποχρέωση.»
«Υποχρέωση έχει πρώτα στο παιδί του», της είπα.
«Από τότε που σε πήρε, άλλαξε. Τον απομάκρυνες.»
Γύρισα στον Δημήτρη. «Θα μιλήσεις επιτέλους;»
Και εκείνος… σιωπή. Κοίταζε κάτω, έτριβε τα χέρια του, μια ενοχή ολόκληρη άνθρωπος. Εκεί θόλωσα.
«Ωραία. Άκουσέ με καλά. Αν μέχρι το τέλος του μήνα δεν φτιαχτεί η διαρροή στο σπίτι μας, πάρε τη μάνα σου και τις ενοχές σου και μείνετε μαζί. Εγώ το παιδί μου δεν θα το μεγαλώσω στη μούχλα.»
Έφυγα τρέμοντας. Στον δρόμο για την Αθήνα έκλαιγα και οδηγούσα σαν χαμένη. Ένιωθα τύψεις, θυμό, ντροπή. Όλα μαζί. Αλλά μέσα μου ήξερα πως το εννοούσα.
Εκείνο το βράδυ δεν μιλήσαμε πολύ. Η Μαρία κοιμήθηκε ανάμεσά μας και το ταβάνι είχε έναν σκούρο κύκλο ακριβώς από πάνω. Σαν σημάδι.
Τη Δευτέρα, ο Δημήτρης πήρε τηλέφωνο έναν υδραυλικό και έναν εργολάβο. Δεν μου είπε τίποτα. Το έμαθα όταν άκουσα το κουδούνι. Μετά τον είδα να κάθεται στην κουζίνα μόνος, με το κινητό στο χέρι.
«Της μίλησα», μου είπε.
«Και;»
Κατάπιε δύσκολα.
«Της είπα ότι για ένα διάστημα δεν θα πηγαίνω κάθε Σαββατοκύριακο. Ότι τα λεφτά μας θα πάνε πρώτα στο σπίτι μας. Θύμωσε. Έκλαψε. Μου είπε ότι την παρατάω.»
Σταμάτησε λίγο και με κοίταξε.
«Αλλά της είπα και κάτι άλλο. Ότι δεν είμαι μόνο γιος. Είμαι και πατέρας. Και άντρας σου.»
Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Δεν λύθηκαν όλα μαγικά. Η Σταυρούλα για εβδομάδες έκανε ψυχρό πόλεμο. Τηλέφωνα κοφτά. Παράπονα σε θείες. Κουβέντες του τύπου «οι νύφες διαλύουν σπίτια». Τα κλασικά, ναι. Αλλά ο Δημήτρης δεν λύγισε.
Οι μάστορες ήρθαν, άνοιξαν τον τοίχο, βρήκαν τη ζημιά μεγαλύτερη απ’ όσο νομίζαμε. Δώσαμε λεφτά που δεν είχαμε, κόψαμε από παντού, δεν πήγαμε διακοπές εκείνο το καλοκαίρι. Όμως η μυρωδιά της μούχλας έφυγε. Η Μαρία σταμάτησε να βήχει τα βράδια. Και στο σπίτι μας, για πρώτη φορά μετά από μήνες, ένιωσα ότι μπορούσα να ανασάνω κανονικά.
Πριν λίγες μέρες, η Σταυρούλα ήρθε στην Αθήνα. Στεκόταν αμήχανα στο φρεσκοβαμμένο σαλόνι και χάιδευε τα μαλλιά της Μαρίας.
«Καλά κάνατε και το φτιάξατε», είπε χαμηλά.
Δεν ήταν συγγνώμη. Όχι ακριβώς. Αλλά για εκείνη, ήταν κάτι.
Καμιά φορά σκέφτομαι πόσες οικογένειες πνίγονται όχι από τα λεφτά, αλλά από τις ενοχές. Πόσοι άντρες δεν έμαθαν ποτέ να βάζουν όρια στις μάνες τους, και πόσες γυναίκες γίνονται οι κακές της υπόθεσης μόνο και μόνο επειδή ζητούν το αυτονόητο.
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Ήμουν σκληρή ή απλώς προστάτεψα το σπίτι και το παιδί μου όταν κανείς άλλος δεν το έκανε;