Μου ζήτησαν να γράψω το σπίτι των γονιών μου στο όνομα του άντρα μου — και τότε κατάλαβα πως δεν πάλευα για ένα διαμέρισμα, αλλά για τον εαυτό μου
«Αν δεν έχεις κάτι να κρύψεις, γιατί δεν το περνάς στον Νίκο;» είπε η πεθερά μου και άφησε το φλιτζάνι του καφέ τόσο δυνατά στο τραπέζι, που χύθηκε λίγο στον δίσκο.
Ο Νίκος καθόταν δίπλα της, με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα. Ούτε ναι, ούτε όχι. Μόνο εκείνο το ύφος το άχρωμο, που με τρέλαινε πιο πολύ κι από φωνές.
Ήταν το διαμέρισμα των γονιών μου. Ένα μικρό δυάρι στο κέντρο της Αθήνας, στα Πατήσια. Παλιό, με μωσαϊκό, στενό μπαλκόνι και παράθυρα που έτριζαν τον χειμώνα. Δεν ήταν πολυτέλεια. Ήταν όμως το σπίτι όπου μεγάλωσα, εκεί που η μάνα μου άπλωνε τα ρούχα μες στο κρύο και ο πατέρας μου γύριζε κουρασμένος από τη δουλειά και έλεγε «τουλάχιστον έχουμε μια στέγη δική μας».
Όταν πέθαναν και οι δύο, το διαμέρισμα έμεινε σε μένα και στον αδελφό μου, τον Στέλιο. Εγώ το είχα περισσότερο στο μυαλό μου σαν αποκούμπι. Όχι σαν επένδυση. Όχι σαν «ευκαιρία».
Η πεθερά μου όμως το έβλεπε αλλιώς.
«Να το γράψεις στον άντρα σου, να το πουλήσετε, να δώσετε προκαταβολή για ένα καλό σπίτι στα βόρεια προάστια. Να κάνετε οικογένεια σαν άνθρωποι. Όχι να είστε στριμωγμένοι», μου έλεγε ξανά και ξανά.
«Γιατί να το γράψω στον Νίκο; Να το πουλήσουμε, αν ποτέ συμφωνήσουμε, γίνεται και χωρίς αυτό», της απάντησα μια μέρα, όσο πιο ήρεμα μπορούσα.
Με κοίταξε λες και την είχα προσβάλει.
«Επειδή είστε παντρεμένοι. Ή μήπως δεν τον εμπιστεύεσαι;»
Εκεί χτύπησε ακριβώς εκεί που ήθελε. Στην ενοχή.
Ο Νίκος δεν με υπερασπίστηκε. Ποτέ καθαρά. Το μόνο που έλεγε ήταν: «Μη γίνεσαι πεισματάρα, Ελένη. Όλα στον γάμο κοινά είναι».
Κοινά; Στους λογαριασμούς ναι. Στο σούπερ μάρκετ ναι. Στις δυσκολίες, θεωρητικά ναι. Αλλά αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που είχε μείνει από τους γονείς μου. Και κάτι μέσα μου φώναζε να μην το αφήσω.
Άρχισαν οι καβγάδες για το παραμικρό. Για το αν πήρα φέτα από το ψυγείο. Για το αν άργησα από τη δουλειά. Για το αν μιλάω απότομα στη μάνα του. Τίποτα δεν ήταν ποτέ μόνο αυτό που φαινόταν. Όλα γύριζαν εκεί.
Μια νύχτα, στην κουζίνα, ο Νίκος πέταξε την πετσέτα στον πάγκο και μου είπε:
«Έχεις γίνει άλλος άνθρωπος. Σαν να φυλάς θησαυρό.»
«Δεν φυλάω θησαυρό. Φυλάω ένα όριο», του είπα.
Γέλασε νευρικά.
«Όριο από ποιον; Από μένα; Εγώ είμαι ο άντρας σου.»
Αυτό το «εγώ είμαι ο άντρας σου» ακόμα μου κάθεται στο στομάχι. Δεν το είπε τρυφερά. Το είπε σαν δικαίωμα.
Κι ενώ ήδη πνιγόμουν, ήρθε και ο Στέλιος να τα κάνει όλα χειρότερα. Με πήρε τηλέφωνο ένα απόγευμα.
«Ελένη, το συζήτησα με τη Μαρίνα. Θέλω το μερίδιό μου από το σπίτι. Έχω δάνεια, δεν βγαίνω.»
Πάγωσα. Ήξερα ότι νομικά είχε δίκιο. Αλλά το άκουσα σαν δεύτερη κηδεία.
«Τώρα το θυμήθηκες;» του είπα. «Τόσο καιρό ούτε ρεύμα δεν ρώτησες ποιος το πληρώνει.»
«Μην το γυρνάς εκεί. Δικό μου είναι το μισό.»
Έκλεισα το τηλέφωνο και έβαλα τα κλάματα στο μπάνιο, χωρίς φωνή, μόνο εκείνο το σφίξιμο που δεν σε αφήνει να ανασάνεις καλά.
Από εκείνη τη μέρα, η πίεση έγινε αφόρητη. Η πεθερά μου έπαιρνε τηλέφωνο σχεδόν κάθε μέρα.
«Είδες; Αφού θα πουληθεί. Τουλάχιστον κάνε το σωστό για το σπίτι σου.»
Το σπίτι μου. Εννοούσε το καινούργιο σπίτι που ονειρευόταν εκείνη, όχι εγώ.
Ο Νίκος πάλι μια ζέστη, μια κρύο. Μπροστά στους άλλους έλεγε ότι το συζητάμε. Στο σπίτι όμως μουρμούραγε ότι είμαι εγωίστρια, ότι σκέφτομαι σαν ελεύθερη κι όχι σαν παντρεμένη γυναίκα. Αυτή η φράση με αποτέλειωσε. Σαν να παντρεύτηκα και να έχασα αυτομάτως το δικαίωμα να έχω κάτι δικό μου.
Τελικά μπήκαμε σε διαδικασία πώλησης, γιατί δεν γινόταν αλλιώς. Ο Στέλιος ήθελε το μερίδιό του και δεν είχα τα χρήματα να τον αποζημιώσω. Όταν ήρθε ο συμβολαιογράφος και άπλωσε τα χαρτιά, τα χέρια μου έτρεμαν. Έβλεπα την υπογραφή μου και ένιωθα ότι αποχαιρετώ τους γονείς μου για δεύτερη φορά. Χαζό ίσως, αλλά έτσι ήταν.
Μετά την πώληση, μπήκαν τα χρήματα. Το μέρος του Στέλιου πήγε σε εκείνον. Το δικό μου το έβαλα σε ξεχωριστό λογαριασμό, μόνο στο όνομά μου.
Όταν το έμαθε ο Νίκος, έγινε χαμός.
«Δηλαδή τι; Με έχεις απέξω;»
«Όχι. Προστατεύω τον εαυτό μου.»
«Από μένα;»
«Από όλους», του είπα. Και αυτή ήταν η πιο ειλικρινής κουβέντα που είχα πει εδώ και μήνες.
Η πεθερά μου με πήρε αμέσως μετά.
«Ντροπή σου. Τι γάμος είναι αυτός;»
Για πρώτη φορά δεν απολογήθηκα.
«Ο γάμος που δεν θα με αφήσει άστεγη αν μια μέρα όλα πάνε στραβά», της είπα και το έκλεισα.
Από τότε το σπίτι μας είναι παγωμένο. Ο Νίκος μου μιλάει κοφτά. Σαν να τον πρόδωσα. Κι εγώ περπατάω μέσα στο σαλόνι και αναρωτιέμαι πότε ακριβώς έγινε φυσιολογικό να πρέπει μια γυναίκα να αποδείξει την αγάπη της παραδίδοντας ό,τι έχει.
Δεν ξέρω αν ο γάμος μου θα αντέξει. Ξέρω μόνο ότι αν υπέγραφα να περάσει το σπίτι στο όνομά του, θα έχανα κάτι πιο μεγάλο από ένα ακίνητο. Θα έχανα εμένα.
Ίσως κάποιοι να πουν ότι είμαι σκληρή. Ίσως και να είμαι. Αλλά πείτε μου, εσείς θα δίνατε το τελευταίο σας δίχτυ ασφαλείας μόνο και μόνο για να μην σας πουν δύσκολη;
Και τελικά, η εμπιστοσύνη φαίνεται όταν δίνεις τα πάντα ή όταν ο άλλος σέβεται το δικαίωμά σου να κρατήσεις κάτι δικό σου;