«Υπέγραψες για δουλειά στην Αθήνα χωρίς να μου το πεις;» — Η στιγμή που κατάλαβα πως η ζωή που ήθελα έμοιαζε προδοσία στον άντρα μου
«Υπέγραψες για δουλειά στην Αθήνα χωρίς να μου το πεις;» μου είπε ο άντρας μου, κρατώντας το κινητό μου στο χέρι.
Δεν το είχε ψάξει. Είχε ανοίξει κατά λάθος το email, επειδή του είχα ζητήσει να δει μια απόδειξη από τη ΔΕΗ που είχα προωθήσει. Και εκεί ήταν η σύμβαση.
Του είπα «Ήθελα πρώτα να είμαι σίγουρη». Αλλά ούτε εγώ το πίστευα πολύ. Δύο μήνες πήγαινα δήθεν στην Πάτρα για κάτι ψώνια ή για τη θεία μου και στην πραγματικότητα έκανα συνεντεύξεις μέσω γραφείου ευρέσεως εργασίας. Μια εταιρεία στην Αθήνα μου πρότεινε θέση στο λογιστήριο. Περισσότερα χρήματα, κανονικό ωράριο, όχι όπως στο μικρό γραφείο στο Αίγιο που καθόμουν συχνά μέχρι τις οκτώ και άκουγα στο τέλος ότι «δεν βγαίνουν τα οικονομικά».
«Και πότε σκόπευες να μου το πεις; Αφού έφευγες;» με ρώτησε.
«Δεν είπα ότι θα φύγω αύριο. Μπορούμε να το συζητήσουμε.»
Γέλασε νευρικά. «Τι να συζητήσουμε; Εγώ έχω το μαγαζί εδώ. Η μάνα μου είναι μόνη της. Και εσύ έχεις ήδη αποφασίσει.»
Η πεθερά μου μένει μόνη της σε ένα χωριό έξω από το Αίγιο, από τότε που πέθανε ο πεθερός μου πριν ενάμιση χρόνο. Τους τελευταίους μήνες έχει ζαλάδες και ξεχνάει καμιά φορά τα χάπια της. Ο άντρας μου περνάει σχεδόν κάθε μέρα από εκεί: ψώνια, γιατρός, συνταγές, λογαριασμοί, ό,τι χρειαστεί. Εγώ πήγαινα τα Σαββατοκύριακα, μαγείρευα καμιά φορά, καθόμουν μαζί της. Αλλά την αλήθεια είναι ότι άρχισα να το αποφεύγω. Όχι γιατί δεν τη συμπαθώ. Απλώς κάθε φορά που έμπαινα στο σπίτι της, ένιωθα ότι το δικό μας πρόγραμμα δεν μας ανήκε ποτέ.
Του είπα: «Δεν γίνεται να παγώσει η ζωή μας επειδή η μητέρα σου μεγάλωσε. Υπάρχει το “Βοήθεια στο Σπίτι”, μπορούμε να βρούμε μια κυρία για λίγες ώρες, να μιλήσουμε με το Κέντρο Κοινότητας του δήμου.»
Και τότε μου είπε κάτι που δεν ήξερα.
«Της είπα να έρθει να μείνει στο πάνω διαμέρισμα. Από τον άλλο μήνα.»
Το πάνω διαμέρισμα είναι του πεθερού μου, άδειο χρόνια, πάνω ακριβώς από εμάς. Θέλει βάψιμο, έχει υγρασία, αλλά γίνεται να μείνει άνθρωπος. Ο άντρας μου είχε ήδη μιλήσει με τον ξάδερφό του για τα υδραυλικά και με έναν γνωστό για τα κουφώματα. Είχε κανονίσει τα μισά χωρίς να μου πει τίποτα.
«Δηλαδή εσύ μπορείς να αποφασίζεις για το σπίτι μας και εγώ όχι για τη δουλειά μου;» του είπα.
«Δεν είναι το ίδιο.»
«Για σένα δεν είναι. Για μένα είναι.»
Εκείνος θύμωσε και είπε πως σκέφτομαι μόνο τον εαυτό μου. Εγώ του πέταξα ότι πάντα βάζει τη μητέρα του πρώτη. Και μόλις το είπα, το μετάνιωσα, γιατί δεν είναι ακριβώς έτσι. Όταν ο δικός μου πατέρας έκανε την επέμβαση στο γόνατο, ο άντρας μου πήρε άδεια και τον πήγε δυο φορές στο νοσοκομείο του Ρίου. Δεν μου είπε ποτέ όχι όταν χρειάστηκα κάτι για τους δικούς μου.
Το βράδυ δεν μιλήσαμε. Την επόμενη μέρα πήγα μόνη μου στην πεθερά μου. Είχα στο μυαλό μου ότι θα με παρακαλέσει να μη φύγω ή ότι θα μου πει πως την εγκαταλείπουμε. Αντί γι’ αυτό, μόλις της ανέφερα την Αθήνα, σώπασε λίγο και είπε: «Καλά έκανες και βρήκες δουλειά. Μην κάνεις τη ζωή σου σαν τη δική μου, να περιμένεις πάντα τι χρειάζονται οι άλλοι.»
Μετά όμως πρόσθεσε: «Απλώς ο γιος μου φοβάται. Από τότε που έφυγε ο πατέρας του, νομίζει ότι αν δεν είναι εδώ κάθε μέρα, θα συμβεί κάτι.»
Τότε κατάλαβα ότι κι εγώ είχα κάνει κάτι άδικο. Δεν του είχα πει πόσο ασφυκτικά ένιωθα στο Αίγιο, ούτε ότι η δουλειά στην Αθήνα ήταν για μένα μια ευκαιρία να ξανασταθώ στα πόδια μου. Το κράτησα κρυφό γιατί ήξερα ότι θα στενοχωρηθεί και ήθελα να αποφύγω τη κουβέντα. Μόνο που, αποφεύγοντάς την, του έδωσα λόγο να μη με εμπιστεύεται.
Από την άλλη, κι εκείνος θεωρούσε δεδομένο ότι θα ζούσαμε με την πεθερά μου από πάνω, με κλειδιά, ανάγκες και καθημερινές επισκέψεις, χωρίς καν να με ρωτήσει αν αντέχω αυτή την εγγύτητα.
Η εταιρεία μού έδωσε λίγες μέρες να απαντήσω. Ο άντρας μου λέει να το δοκιμάσω, αλλά μετά λέει «και εγώ τι θα κάνω εδώ μόνος;» Δεν το λέει επιθετικά. Το λέει σαν άνθρωπος που φοβάται στ’ αλήθεια.
Δεν ξέρω ακόμα ποια είναι η σωστή αποφάση. Ξέρω μόνο ότι κουράστικα να νιώθω ένοχη επειδή θέλω κάτι δικό μου, αλλά φοβάμαι και ότι, αν φύγω, θα αφήσω πίσω ανθρώπους που με χρειάζονται. Εσείς πού πιστεύετε ότι μπαίνει το όριο; Πότε το να φροντίζεις τον εαυτό σου γίνεται εγκατάλειψη των άλλων;