Η πεθερά της τής έδωσε τα χτυπημένα λαχανικά — και κράτησε τα καλύτερα για την κόρη της

Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς άρχισα να κρατάω λογαριασμό με τέτοια πράγματα. Ίσως από την πρώτη χρονιά του γάμου μας, όταν η πεθερά μου έφερε στον Θανάση ένα σακουλάκι με αυγά από το χωριό και είπε μπροστά μου: «Αυτά είναι για το παιδί μου, να τρώει σωστά». Εγώ στεκόμουν δίπλα της με το μωρό τότε στην αγκαλιά και απλώς χαμογέλασα.

Ύστερα έγιναν πολλά μικρά. Ποτέ κάτι που να μπορείς εύκολα να το δείξεις και να πεις “να, αυτό”. Η κυρία Ευανθία δεν με έβριζε, δεν φώναζε, δεν έκανε σκηνές. Απλώς είχε έναν τρόπο να με κάνει να νιώθω σαν επισκέπτρια στη δική μου οικογένεια.

Όταν μαζευόμασταν Κυριακές στο σπίτι της, η κόρη της, η Σοφία, καθόταν δίπλα της στην κουζίνα. Εγώ συνήθως έστρωνα τραπέζι, έκοβα σαλάτα, πήγαινα-έφερνα πιάτα. Δεν λέω, κι εγώ προσφερόμουν. Δεν είμαι άνθρωπος που μπορεί να κάθεται ενώ οι άλλοι δουλεύουν. Αλλά η πεθερά μου δεν έλεγε ποτέ «κάτσε κι εσύ». Έλεγε: «Ελένη, βάλε λίγο ακόμα ψωμί», ή «Ελένη, δες μήπως θέλει νερό το παιδί».

Και για τη Σοφία είχε πάντα μια άλλη φωνή.

«Κουράστηκες, κορίτσι μου; Μη σηκώνεσαι, θα τα κάνω εγώ.»

Η Σοφία δεν είναι κακός άνθρωπος. Αυτό είναι που έκανε τα πράγματα πιο μπερδεμένα. Με έπαιρνε τηλέφωνο στα γενέθλιά μου, έφερνε δώρα στα παιδιά, με αγκάλιαζε. Αλλά μπροστά στη μάνα της γινόταν πάλι η μικρή της κόρη. Και μάλλον βολευόταν κι εκείνη με αυτό.

Ο Θανάσης, από την άλλη, δεν καταλάβαινε. Ή μάλλον, καταλάβαινε μόνο όταν του το έλεγα πολύ καθαρά και τότε μου απαντούσε: «Έτσι είναι η μάνα μου, μην της δίνεις σημασία». Αυτή η φράση με εκνεύριζε περισσότερο απ’ ό,τι έκανε εκείνη.

Γιατί εγώ έδινα σημασία. Κάθε φορά λίγο. Και το λίγο, όταν κρατάει χρόνια, γίνεται βάρος.

Το περασμένο καλοκαίρι είχαμε πάει όλοι στο χωριό τους, έξω από τη Λαμία. Η πεθερά μου έχει έναν μεγάλο κήπο πίσω από το σπίτι. Ντοματιές, πιπεριές, κολοκύθια, φασολάκια, μελιτζάνες. Τον φροντίζει λες και είναι παιδί της. Και η αλήθεια είναι ότι βγάζει φοβερά πράγματα.

Εκείνη την Κυριακή είχε έρθει και η Σοφία με τον άντρα της. Φάγαμε στην αυλή, με το πλαστικό τραπεζομάντιλο, τις μύγες να γυρνάνε πάνω από τα αναψυκτικά των παιδιών και τον πεθερό μου να παραπονιέται πως το κρέας είχε στεγνώσει. Μια τελείως συνηθισμένη μέρα.

Μετά το φαγητό, η κυρία Ευανθία άρχισε να γεμίζει σακούλες από τον κήπο. Έβαλε στη Σοφία τις μεγάλες σφιχτές ντομάτες, τις γυαλιστερές μελιτζάνες, πιπεριές σχεδόν ίδιες μεταξύ τους. Της έδωσε και ένα μεγάλο τάπερ με φασολάκια καθαρισμένα.

«Πάρ’ τα, να έχεις για τη βδομάδα. Εσύ δεν προλαβαίνεις με τη δουλειά και τα παιδιά», της είπε.

Μετά γύρισε σε μένα. Μου έδωσε μια μικρή σακούλα. Μέσα είχε τρεις ντομάτες σκασμένες, δυο μελιτζάνες μαλακές από τη μία πλευρά, πιπεριές ζαρωμένες και μερικά κολοκύθια που είχαν κιτρινίσει.

«Αυτά να τα μαγειρέψεις σήμερα-αύριο, μη μείνουν. Κρίμα να πεταχτούν. Εσύ τα καταφέρνεις με αυτά», είπε.

Δεν ξέρω αν το είπε με κακία ή αν πραγματικά δεν πέρασε από το μυαλό της πώς ακούγεται. Το χειρότερο ήταν πως το είπε σαν να μου έκανε χάρη.

Κοίταξα τη σακούλα, μετά τη σακούλα της Σοφίας. Η Σοφία χαμογέλασε αμήχανα και είπε «μαμά, δώσε και στην Ελένη από τα καλά», αλλά τόσο σιγά που σχεδόν χάθηκε.

Η πεθερά μου της απάντησε αμέσως:

«Ε, αυτά είναι μια χαρά. Τι τα θέλει τα τέλεια;»

Ο Θανάσης εκείνη τη στιγμή κουβαλούσε καρέκλες προς την αποθήκη. Δεν άκουσε τίποτα. Κι εγώ δεν είπα τίποτα. Πήρα τη σακούλα, έβαλα τα παιδιά στο αυτοκίνητο και όλη τη διαδρομή για την Αθήνα είχα έναν κόμπο στον λαιμό. Όχι επειδή ήθελα καλύτερες ντομάτες. Επειδή ένιωσα πάλι ότι, στα μάτια της, εγώ είμαι το άτομο για τα “μια χαρά”. Για τα περισσεύματα. Για ό,τι δεν θα έδινε στην κόρη της.

Στο σπίτι, ο Θανάσης άφησε τις βαλίτσες στο χωλ και μου είπε να παραγγείλουμε, γιατί ήμασταν όλοι κουρασμένοι. Εγώ όμως έπλυνα τα λαχανικά. Έκοψα τα χτυπημένα σημεία, κράτησα ό,τι ήταν καλό και έφτιαξα μπριάμ σε μεγάλο ταψί. Έβαλα πατάτες, κρεμμύδι, σκόρδο, λίγο δυόσμο που είχα στην κατάψυξη, αρκετό ελαιόλαδο. Το έψησα αργά, σχεδόν δύο ώρες.

Δεν το έκανα για να αποδείξω κάτι. Τουλάχιστον έτσι έλεγα στον εαυτό μου. Απλώς δεν άντεχα να τα πετάξω. Και ίσως ήθελα να μετατρέψω εκείνη τη σακούλα σε κάτι που να μην μοιάζει με λύπηση.

Την επόμενη εβδομάδα είχαμε πάλι τραπέζι, αυτή τη φορά στο δικό μας σπίτι. Ήρθαν οι δικοί του, ήρθαν και οι γονείς μου. Έβγαλα το μπριάμ χωρίς να πω τίποτα για τα λαχανικά.

Ο πεθερός μου έφαγε δύο φορές.

«Αυτό είναι φαγητό», είπε. «Όχι τα περίεργα που τρώτε έξω.»

Η Σοφία ζήτησε τη συνταγή. Ακόμα και η πεθερά μου είπε: «Πολύ νόστιμο βγήκε. Από πού πήρες τόσο ωραίες μελιτζάνες;»

Τότε της είπα ήρεμα:

«Από τον κήπο σας. Από εκείνες που μου δώσατε την άλλη Κυριακή.»

Έγινε μια παύση. Όχι μεγάλη, αλλά την ένιωσα ολόκληρη. Η πεθερά μου σήκωσε τους ώμους.

«Ε, είδες; Σου είπα ότι ήταν μια χαρά.»

Παλιά θα γελούσα νευρικά για να τελειώνει. Εκείνη τη φορά όχι.

«Ήταν μια χαρά αφού έκοψα τα μισά», της είπα. «Αλλά ναι, τελικά βγήκε ωραίο.»

Ο Θανάσης με κοίταξε. Δεν είπε τίποτα εκεί μπροστά. Αργότερα, όταν έφυγαν όλοι και μαζεύαμε πιάτα, μου είπε χαμηλά πως κατάλαβε ότι με είχε πειράξει πολύ εκείνο το σκηνικό. Μου ζήτησε συγγνώμη που δεν πρόσεξε.

Δεν λύθηκαν όλα από ένα μπριάμ. Η πεθερά μου εξακολουθεί να έχει τον τρόπο της. Κι εγώ εξακολουθώ μερικές φορές να πιάνω τον εαυτό μου να περιμένει μια κουβέντα αποδοχής που μάλλον δεν θα έρθει ποτέ όπως τη θέλω.

Αλλά από τότε δεν παίρνω πια αμίλητη τη μικρή σακούλα. Αν μου δώσει κάτι χαλασμένο, λέω απλά πως δεν θα το πάρω. Και αν δυσαρεστηθεί, ας δυσαρεστηθεί.

Στο κάτω κάτω, δεν είμαι η γυναίκα που πρέπει να ευγνωμονεί για ό,τι περίσσεψε.