«Αν δεν έρχεσαι πια στα κυριακάτικα τραπέζια, μην περιμένεις να σε νιώθουμε οικογένεια» μου είπε η πεθερά μου
«Δηλαδή από εδώ και πέρα θα μετράμε αν χωράμε στο πρόγραμμά σου;» μου είπε η πεθερά μου, όρθια στην κουζίνα μου, μπροστά στον άντρα μου και στην κουνιάδα μου.
Είχα μόλις πει ότι δεν θα κάνω άλλο κάθε Κυριακή τραπέζι στο σπίτι μας.
Δεν είπα ότι δεν θέλω να τους βλέπω. Δεν είπα να κοπεί η οικογέννεια. Απλώς το σπίτι μας είναι ένα δυάρι στην Καλλιθέα, δουλεύω έξι μέρες σε φούρνο και ο άντρας μου κάνει διανομές μέχρι αργά. Κάθε Σάββατο βράδυ καθάριζα, την Κυριακή έτρεχα λαϊκή, μαγείρευα για οκτώ άτομα, και μετά μάζευα μόνη μου μέχρι τις εννιά.
Στην αρχή το πρότεινα εγώ. Όταν είχε βγει η πεθερά μου στη σύνταξη και ο πεθερός μου είχε αρχίσει να δυσκολεύεται με τα πόδια του, μου φαινόταν ωραίο να τους έχουμε κοντά. Μου έλειπε και η δική μου μητέρα, που μένει μόνιμα στο χωριό της στη Μεσσηνία. Έλεγα «μια φορά την εβδομάδα είναι, τι έγινε;».
Έγινε όμως συνήθεια. Και μετά υποχρέωση.
Αν έλεγα ότι είμαι κουρασμένη, η κουνιάδα μου απαντούσε: «Ε, πάρε έτοιμα, δεν σου είπε κανείς να κάνεις παστίτσιο». Αν έλεγα να πάμε κάπου έξω, έλεγε η πεθερά μου ότι ο πεθερός μου δεν βολεύεται. Κι έτσι κατέληγα πάλι εγώ να βρίσκω λύση για όλους.
Το λάθος μου είναι ότι δεν μίλησα καθαρά από την αρχή. Έλεγα δικαιολογίες. Μια ότι πονάει το κεφάλι μου, μια ότι έχουμε δουλειές, ενώ μέσα μου ήθελα απλώς να κάτσω στον καναπέ χωρίς να περιμένω κανέναν. Και όταν με ρωτούσε ο άντρας μου «να τους πω να μην έρθουν αυτή την Κυριακή;», του έλεγα «άστο, θα παρεξηγηθούν».
Εκείνος δεν είναι αθώος, αλλά ούτε κι εγώ. Βολεύτηκε. Έβλεπε την οικογένεια του, έτρωγε, καθόταν με τον πατέρα του, κι εγώ ήμουν συνέχεια στην κουζίνα. Όταν του το είπα, μου απάντησε: «Νόμιζα ότι σου άρεσε, εσύ το ξεκίνησες».
Τη μέρα που έγινε ο καβγάς, είχα γυρίσει από τη δουλειά και είχα βρει ειδοποίηση για απλήρωτο λογαριασμό ρεύματος. Είχαμε μείνει πίσω δύο μήνες, επειδή είχαμε πληρώσει εξετάσεις του παιδιού και κάτι φάρμακα του πεθερού που δεν κάλυπτε πλήρως ο ΕΟΠΥΥ. Δεν το είχα πει σε κανέναν. Ντρεπόμουν.
Τους είπα λοιπόν ότι για λίγο καιρό δεν μπορώ να αναλαμβάνω εγώ το τραπέζι. Να βρισκόμαστε εναλλάξ στα σπίτια, ή να πηγαίνουμε για έναν καφέ, ή να φέρνει ο καθένας κάτι.
Η πεθερά μου με κοίταξε σαν να της είπα ότι δεν τους θέλω.
«Εγώ έτσι κράτησα την οικογέννεια τόσα χρόνια», είπε. «Με ένα πιάτο φαγητό και μια ανοιχτή πόρτα.»
Και τότε, αντί να της εξηγήσω ήρεμα, της πέταξα: «Ε, εγώ δεν μπορώ να κρατάω όλους σας με δικά μου λεφτά και δική μου πλάτη.»
Το μετάνιωσα αμέσως. Γιατί η αλήθεια είναι ότι και εκείνη φέρνει συχνά φαγητό, και όταν αρρώστησε το παιδί μας, έμεινε μαζί του δύο μέρες για να μη χάσω μεροκάματα. Δεν ήταν ότι δεν βοηθούσε. Απλώς δεν καταλάβαινε πόσο βαρύ είχε γίνει όλο αυτό για μένα.
Η κουνιάδα μου είπε πως είμαι εγωίστρια. Ο άντρας μου δεν είπε τίποτα εκείνη τη στιγμή, κι αυτό με πείραξε περισσότερο απ’ όλα. Αργότερα μου είπε ότι ντράπηκε, επειδή μίλησα άσχημα στη μητέρα του. Του είπα ότι κι εγώ ντράπηκα που φτάσαμε να ξέρουν όλοι τι χρωστάμε, ενώ αυτός δεν είχε ανοίξει ποτέ την κουβέντα.
Από τότε έχουν περάσει τρεις Κυριακές. Μιλάνε πιο ψυχρά μαζί μου. Στο οικογενειακό Viber γράφουν κανονικά, αλλά κανείς δεν με ρωτάει αν είμαι καλά. Η πεθερά μου έστειλε μόνο στον άντρα μου τάπερ με γεμιστά «για το παιδί».
Πριν λίγες μέρες όμως, ο άντρας μου μού είπε ότι η πεθερά του εκμυστηρεύτηκε πως φοβήθηκε. Όταν έμεινε χήρα η δική της μητέρα, οι συγγενείς άρχισαν σιγά σιγά να αραιώνουν, και εκείνη έλεγε πάντα ότι δεν θα αφήσει τη δική της οικογέννεια να σκορπίσει. Ίσως γι’ αυτό άκουσε το όριό μου σαν απόρριψη.
Δεν ξέρω αν αυτό αλλάζει όσα ειπώθηκαν. Ξέρω μόνο ότι κι εγώ δεν θέλω να νιώθω η κακιά που διέλυσε την οικογέννεια, αλλά δεν αντέχω να κάνω ότι όλα είναι καλά για να μη στεναχωρηθεί κανείς.
Τώρα σκέφτομαι να τους καλέσω και να πω συγγνώμη για τον τρόπο, όχι για το όριο. Αλλά φοβάμαι ότι θα ακουστεί σαν μισή συγγνώμη και θα ξαναγυρίσουμε στα ίδια. Εσείς τι λέτε; Αξίζει να κρατάς την ηρεμία στην οικογέννεια, αν για να γίνει αυτό πρέπει να θυσιάζεις συνέχεια τον εαυτό σου;