«Γύρισα σπίτι γιατί η Εύα δεν με φροντίζει πια» — Όταν ο γιος της χτύπησε την πόρτα με μια βαλίτσα, η μητέρα του κατάλαβε πως δεν ζητούσε απλώς ένα κρεβάτι
Όταν χτύπησε το κουδούνι Σάββατο απόγευμα, ήμουν στην κουζίνα και καθάριζα φασολάκια. Είχα βάλει το ραδιόφωνο χαμηλά, έτσι για παρέα. Άνοιξα και είδα τον γιο μου, τον Μάρκο, με ένα σακβουαγιάζ πεταμένο στον ώμο και δύο σακούλες σούπερ μάρκετ κάτω στα πόδια του.
Στην αρχή δεν παραξενεύτηκα. Έμενε σχετικά κοντά, στου Ζωγράφου, και περνούσε καμιά φορά να πάρει τάπερ ή να μου φτιάξει κάτι στο κινητό. Μετά όμως είδα το πρόσωπό του. Δεν είπε ούτε «γεια σου, μαμά». Μπήκε μέσα, άφησε τη βαλίτσα δίπλα στην παπουτσοθήκη και είπε:
«Χώρισα. Θα μείνω εδώ λίγες μέρες.»
Είμαι εξήντα δύο, χήρα έξι χρόνια, και ο Μάρκος είναι το μοναχοπαίδι μου. Δεν θα πω ψέματα, το πρώτο που ένιωσα ήταν εκείνο το παλιό μητρικό σφίξιμο. Να του βάλω ένα πιάτο φαΐ, να του στρώσω το μικρό δωμάτιο, να μην τον ρωτήσω τίποτα μέχρι να ηρεμήσει.
Του έβαλα καφέ. Κάθισε στον καναπέ και άρχισε να μιλάει πριν καν καθίσω απέναντί του.
«Η Εύα έχει αλλάξει τελείως. Γυρνάω από τη δουλειά και είναι όλα χύμα. Ούτε ένα φαγητό, ούτε ένα πουκάμισο σιδερωμένο. Κάθεται με το λάπτοπ και λέει ότι δουλεύει. Κι εγώ τι είμαι;»
Ο Μάρκος δουλεύει σε εταιρεία με ανταλλακτικά αυτοκινήτων στον Ρέντη. Φεύγει νωρίς, γυρίζει κουρασμένος, αυτό είναι αλήθεια. Η Εύα δουλεύει από το σπίτι σε μια μικρή διαφημιστική, με συμβάσεις, διορθώσεις μέχρι αργά και άγχος για το αν θα ανανεωθεί η δουλειά της. Δεν την ήξερα πολύ καλά στην αρχή, αλλά τα τελευταία χρόνια την είχα δει αρκετά. Ήσυχο κορίτσι, όχι του καβγά. Από εκείνες που κρατάνε πολλά μέσα τους και μετά τους βγαίνουν μαζεμένα.
«Και για αυτό πήρες τη βαλίτσα σου;» τον ρώτησα.
«Δεν είναι μόνο αυτό. Μου μιλάει απότομα. Μου είπε προχθές “δεν είμαι η μάνα σου”. Ε, εντάξει. Αφού έτσι το βλέπει.»
Εκεί κάπως πάγωσα. Όχι επειδή προσβλήθηκα για μένα. Αλλά γιατί τον άκουσα να το λέει σαν να είχε δίκιο εκείνη η φράση, χωρίς να το καταλαβαίνει.
Τον ρώτησα αν κάνει κι εκείνος δουλειές στο σπίτι. Μου είπε πως «βοηθάει», όταν χρειάζεται. Η λέξη με ενόχλησε. Βοηθάει. Στο σπίτι όπου μένει κι ο ίδιος.
«Τι εννοείς βοηθάς;»
«Ε, πετάω τα σκουπίδια, πάω για ψώνια, καμιά φορά πλένω τα πιάτα.»
«Και ποιος αποφασίζει τι χρειάζεται να γίνει;»
Σήκωσε τους ώμους. Με κοίταξε σαν να του μιλούσα για κάτι άσχετο.
Δεν ήμουν τέλεια μάνα, ούτε θέλω να κάνω την έξυπνη τώρα. Όταν ήταν μικρός, του τα έκανα σχεδόν όλα. Ο άντρας μου, ο Στέλιος, δούλευε ώρες πολλές στο συνεργείο και εγώ είχα μάθει να τρέχω για όλους. Του μάζευα το δωμάτιο μέχρι το λύκειο. Όταν σπούδαζε στην Πάτρα, του έστελνα ταπεράκια με το ΚΤΕΛ λες και δεν υπήρχαν μαγειρεία και σουβλατζίδικα. Μου άρεσε να με χρειάζεται. Αυτό είναι η αλήθεια.
Μόνο που τώρα καθόταν μπροστά μου τριαντατεσσάρων χρονών, έτοιμος να διαλύσει τη ζωή του επειδή η σύντροφός του δεν του σιδέρωνε τα πουκάμισα.
Του είπα ήσυχα ότι μπορεί να μείνει εκείνο το βράδυ. Μόνο το βράδυ.
Με κοίταξε απότομα.
«Τι θα πει μόνο το βράδυ;»
«Θα πει ότι αύριο θα πας στο σπίτι σου και θα μιλήσεις με την Εύα.»
«Δεν έχεις καταλάβει, μαμά. Έφυγα.»
«Εσύ δεν έφυγες. Ήρθες να βρεις κάποια να συνεχίσει ό,τι θεωρείς ότι σου χρωστάει η Εύα.»
Δεν το είπα για να τον πληγώσω. Ή ίσως το είπα και λίγο γι’ αυτό, δεν ξέρω. Είχε κοκκινίσει. Άρχισε να λέει ότι πάντα παίρνω το μέρος των άλλων, ότι η Εύα με έχει του χεριού της. Το άδικο ήταν πως δεν είχα μιλήσει καν μαζί της.
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε στο παλιό του δωμάτιο. Το πρωί βγήκε χωρίς να πιει ούτε καφέ. Η βαλίτσα έμεινε στον διάδρομο. Τη Δευτέρα, όσο ήμουν στη λαϊκή, πέρασε και την πήρε. Δεν μου άφησε σημείωμα, δεν με πήρε τηλέφωνο.
Πέρασαν σχεδόν δύο εβδομάδες και είχα αρχίσει να φοβάμαι ότι έκανα μεγάλο λάθος. Τον έβλεπα online στο Viber και δεν ήξερα αν έπρεπε να στείλω μήνυμα. Τελικά έστειλα μόνο: «Είσαι καλά;»
Απάντησε μετά από ώρες: «Ναι. Θα σε πάρω.»
Με πήρε την Κυριακή. Η φωνή του ήταν αλλιώς, πιο κουρασμένη αλλά λιγότερο θυμωμένη. Μου είπε ότι γύρισε σπίτι την επόμενη μέρα, αλλά η Εύα δεν του άνοιγε. Μίλησαν το βράδυ, αφού πρώτα της έστειλε μήνυμα ότι θέλει να πάρει κάποια πράγματά του. Εκείνη του είπε πως δεν ήθελε να τον διώξει από τη ζωή της, αλλά δεν άντεχε άλλο να ζει σαν να είχε έναν σύντροφο και ένα παιδί μαζί.
«Μου είπε πράγματα που δεν είχα προσέξει ποτέ», μου είπε.
Δεν μπήκα σε λεπτομέρειες. Δεν ήθελα να κάνω τη δικαστή. Μου είπε μόνο ότι από τότε μοιράστηκαν αλλιώς τις δουλειές, ότι έφτιαξαν ένα πρόγραμμα στον πίνακα της κουζίνας — γελάσαμε λίγο με αυτό — και ότι εκείνος άρχισε να μαγειρεύει δυο φορές την εβδομάδα. Την πρώτη φορά έκανε μακαρόνια με κιμά και τον έκαψε από κάτω.
«Μη γελάς», μου είπε. «Η Εύα δεν γέλασε.»
Δεν γέλαγα. Με έπιασε κάτι στον λαιμό.
Δεν ξέρω αν σώθηκε η σχέση τους από εκείνη τη μέρα. Αυτά δεν τα σώζει μια κουβέντα ούτε ένα πρόγραμμα με μαγνητάκια στο ψυγείο. Τους βλέπω καμιά φορά για καφέ. Η Εύα είναι ακόμα κάπως συγκρατημένη μαζί του, και καλά κάνει. Ο Μάρκος δεν έγινε ξαφνικά άλλος άνθρωπος.
Πριν λίγες μέρες, όμως, μου έστειλε φωτογραφία από το σούπερ μάρκετ. Κρατούσε καθαριστικά και μου έγραφε: «Πες μου ποιο είναι για τα άλατα στο μπάνιο, δεν βρίσκω άκρη.»
Του απάντησα ποιο να πάρει. Μετά άφησα το κινητό στο τραπέζι και συνέχισα να καθαρίζω τα φασολάκια μου.