«Για να υπάρχει ηρεμία, μου έλεγαν να κάνω ότι δεν ακούω» — μέχρι που κατάλαβα πόσο μόνος είχα μείνει

Είμαι 47 χρονών και μέχρι πριν από οκτώ μήνες δούλευα σε μια αποθήκη με είδη υδραυλικών στον Ασπρόπυργο. Όχι σε καμιά τεράστια εταιρεία. Οκτώ άτομα όλοι κι όλοι, μαζί με το αφεντικό, τον κύριο Στέλιο. Ήμουν εκεί σχεδόν δέκα χρόνια. Ήξερα ποιος πελάτης ζητάει πάντα πίστωση, ποιος οδηγός χάνει τις αποδείξεις του, ποιο ράφι κολλάει όταν έχει υγρασία.

Δεν το λέω για να φανώ σημαντικός. Το αντίθετο. Νομίζω ότι είχα αρχίσει να πιστεύω πως, επειδή ήξερα τη δουλειά και δεν δημιουργούσα θέμα, θα με υπολόγιζαν.

Στην αρχή τα πράγματα ήταν καλά. Με τον Μπάμπη, τον υπεύθυνο της αποθήκης, πίναμε καφέ μαζί πριν ανοίξουμε. Είχα πάει και στη βάφτιση της μικρής του. Με τον Πέτρο, τον οδηγό, κάναμε πλάκα όλη μέρα. Όταν πέθανε ο πατέρας μου, ήρθαν και οι δυο στην κηδεία. Αυτά δεν ξεχνιούνται εύκολα.

Μετά μπήκε στην επιχείρηση ο γιος του κυρίου Στέλιου, ο Αντώνης. Τριάντα δύο, με πουκάμισο και αθλητικά παπούτσια που μάλλον κόστιζαν όσο ο μισός δικός μου μισθός. Δεν ήταν κακό παιδί, στην αρχή τουλάχιστον. Απλώς ήθελε να αλλάξει τα πάντα μέσα σε δύο εβδομάδες. Νέο πρόγραμμα παραγγελιών, νέοι κανόνες, φωτογραφίες σε κάθε φόρτωμα, αναφορές στο κινητό.

Εγώ δεν είμαι άνθρωπος των εφαρμογών. Έχω κινητό, στέλνω Viber, πληρώνω λογαριασμούς, αλλά δεν μπορώ να πατάω δέκα πράγματα όταν ένας πελάτης φωνάζει επειδή του λείπουν δύο μαστοί και ο οδηγός περιμένει.

Την πρώτη φορά που έκανα λάθος σε μια παραγγελία, ο Αντώνης είπε μπροστά στους άλλους:

«Ε, ο Τάσος δουλεύει ακόμη με το τεφτέρι στο κεφάλι του. Θέλει χρόνο να περάσει στον 21ο αιώνα.»

Γέλασαν λίγο. Όχι κακόβουλα, σκέφτηκα τότε. Εκείνη τη στιγμή γέλασα κι εγώ, για να μη φανεί ότι με πείραξε.

Αυτό ήταν το λάθος μου. Όχι ότι γέλασα μία φορά. Ότι συνέχισα να γελάω κάθε φορά.

Σιγά σιγά, ό,τι γινόταν στην αποθήκη έφταιγα εγώ. Αν αργούσε ένα φορτηγό, «ο Τάσος δεν ενημέρωσε». Αν έλειπε ένα κουτί από την καταμέτρηση, «κοίτα μήπως το έβαλε αλλού ο Τάσος». Ακόμα κι όταν δεν είχα πιάσει το συγκεκριμένο εμπόρευμα.

Ο Μπάμπης στην αρχή μου έλεγε χαμηλόφωνα: «Άσ’ τον, ρε φίλε. Ο μικρός θέλει να δείξει ότι κάνει κουμάντο». Μετά σταμάτησε να το λέει. Άρχισε κι εκείνος να συμφωνεί με ό,τι έλεγε ο Αντώνης. Τον καταλάβαινα, κατά μία έννοια. Έχει στεγαστικό, δύο παιδιά, η γυναίκα του δουλεύει μερική απασχόληση. Δεν ήθελε να μπλέξει.

Αλλά κι εγώ έχω ζωή. Είμαι διαζευγμένος, μένω μόνος σε ένα δυάρι στη Νίκαια που το νοικιάζω. Η κόρη μου σπουδάζει Πάτρα και προσπαθώ να τη βοηθάω όσο μπορώ. Δεν έχω την πολυτέλεια να παραιτηθώ επειδή κάποιος με κάνει να νιώθω άχρηστος.

Υπήρχε και κάτι άλλο που με έτρωγε. Κάθε Παρασκευή, μετά τη δουλειά, οι περισσότεροι πήγαιναν για σουβλάκια σε ένα μαγαζί πιο κάτω. Παλιά πήγαινα κι εγώ. Μετά άρχισαν να μη μου το λένε. Το μάθαινα τυχαία, όταν έβλεπα φωτογραφία στο Viber της δουλειάς ή όταν ο Πέτρος ερχόταν τη Δευτέρα και μου έλεγε «τι γέλιο κάναμε την Παρασκευή» και μετά κολλούσε για ένα δευτερόλεπτο.

Δεν είπα τίποτα. Δεν ήθελα να ζητάω πρόσκληση σαν παιδί.

Μια Τρίτη έγινε το χειρότερο. Είχε έρθει μια μεγάλη παραγγελία για ξενοδοχείο στη Ρόδο. Εγώ είχα κάνει τη συλλογή, αλλά ο Αντώνης άλλαξε τον κωδικό σε δύο είδη από το σύστημα. Βγήκαν λάθος τεμάχια. Το κατάλαβα όταν είχε ήδη φύγει το φορτηγό.

Πήγα στο γραφείο του και του είπα ήρεμα ότι ο κωδικός που είχα τυπώσει το πρωί δεν ήταν ο ίδιος με αυτόν που φαινόταν τώρα.

Δεν σήκωσε καν το κεφάλι του από την οθόνη.

«Πάντα κάποιος άλλος φταίει, ε;» μου είπε.

Του ζήτησα να δει το ιστορικό αλλαγών. Μου απάντησε ότι δεν είχε χρόνο για «θεατρινισμούς». Μπροστά στον κύριο Στέλιο, μάλιστα, είπε ότι εγώ προσπαθούσα να καλύψω την ανεπάρκειά μου κατηγορώντας τον γιο του.

Εκεί έχασα την ψυχραιμία μου. Όχι όπως στις ταινίες. Δεν φώναξα πολύ. Απλώς είπα ότι δεν θα δεχόμουν άλλο να μου φορτώνουν πράγματα που δεν έκανα και ότι μπορούσαν να ελέγξουν το σύστημα εκείνη τη στιγμή.

Ο κύριος Στέλιος με κοίταξε σαν να τον είχα προσβάλει εγώ προσωπικά.

«Τάσο, τόσα χρόνια σε ξέρω. Μη με βάζεις ανάμεσα. Η δουλειά θέλει ηρεμία.»

Αυτό ήταν. Η δουλειά θέλει ηρεμία. Δηλαδή εγώ έπρεπε να σωπάσω για να είναι όλοι οι άλλοι άνετοι.

Το βράδυ, ο Μπάμπης με πήρε τηλέφωνο. Περίμενα να μου πει ότι είχε δει τι έγινε. Μου είπε μόνο: «Ρε αδερφέ, γιατί το τράβηξες; Ξέρεις πώς είναι τα πράγματα. Κάνε λίγο πίσω, να περάσει.»

Του απάντησα άσχημα. Του είπα ότι ήταν εύκολο να μου ζητάει να κάνω πίσω, επειδή εκείνος δεν ήταν αυτός που γινόταν ρεζίλι κάθε μέρα. Μετά το μετάνιωσα. Όχι επειδή δεν είχα δίκιο σε όλα, αλλά επειδή ήξερα ότι κι εκείνος φοβόταν.

Δύο μέρες αργότερα, μου έδωσαν χαρτί για «οικειοθελή αποχώρηση». Δεν υπέγραψα. Πήγα σε εργατολόγο μέσω ενός γνωστού και, τελικά, με απέλυσαν κανονικά. Πήρα ό,τι προβλεπόταν, όχι τίποτα σπουδαίο. Τους επόμενους μήνες έκανα μεροκάματα σε μεταφορές, λίγο εδώ, λίγο εκεί. Άλλες μέρες δεν είχα ούτε διάθεση να σηκωθώ από τον καναπέ.

Το πιο περίεργο δεν ήταν τα λεφτά, αν και ζορίστηκα πολύ. Ήταν ότι περίμενα κάποιον από εκεί να με πάρει. Τον Πέτρο, τον Μπάμπη, έστω έναν άνθρωπο να πει «πώς είσαι;». Ο Πέτρος έστειλε ένα μήνυμα μετά από τρεις εβδομάδες: «Κρίμα που στράβωσε έτσι». Του απάντησα «ναι». Δεν συνεχίσαμε.

Τώρα δουλεύω σε μια μικρή εταιρεία courier, βραδινή βάρδια στο κέντρο διαλογής. Είναι πιο κουραστικό, λιγότερα χρήματα απ’ όσα έπαιρνα παλιά, και κάθε μήνα μετράω δύο φορές τι θα δώσω στην κόρη μου και τι θα κρατήσω για το νοίκι.

Αλλά όταν ο προϊστάμενος μου μιλάει απότομα, δεν γελάω πια για να τελειώνει η κουβέντα. Δεν σημαίνει ότι γίνομαι ήρωας. Συνήθως τρέμει λίγο η φωνή μου. Απλώς λέω: «Μίλα μου σωστά και το συζητάμε.»

Μερικές φορές, γυρνώντας με το τελευταίο λεωφορείο, σκέφτομαι ότι ίσως αν είχα σωπάσει λίγο ακόμη να είχα κρατήσει τη δουλειά μου. Και μετά θυμάμαι πόσο μόνος ένιωθα ενώ καθόμουν κάθε μέρα ανάμεσα σε ανθρώπους που νόμιζα φίλους.

Δεν ξέρω ποιο από τα δύο πονάει περισσότερο. Αλλά τουλάχιστον τώρα το βλέπω καθαρά.