«Μαμά, δεν είναι αρκετό ότι ήσουν δίπλα μου» — Η μέρα που η κόρη μου με έκανε να νιώσω φτωχή μπροστά στα ίδια μου τα εγγόνια
«Αυτό είναι;» μου είπε η Ειρήνη και κράτησε το κουτί στα χέρια της χωρίς να το ανοίξει αμέσως. Δίπλα της, πάνω στον καναπέ, ήταν πεταμένες οι σακούλες από το Κολωνάκι, δώρα από τους γονείς του άντρα της για τα παιδιά. Μπουφάν, παπούτσια, κάτι μικρά επώνυμα που εγώ ούτε το όνομά τους δεν μπορώ να προφέρω σωστά. Έμεινα όρθια στην κουζίνα της, με το παλτό ακόμα φορεμένο, και για μια στιγμή δεν ήξερα αν έπρεπε να απολογηθώ ή να φύγω.
«Ένα χρυσό σταυρουδάκι είναι, για τη μικρή», της είπα. «Ό,τι μπορούσα.»
Με κοίταξε και χαμήλωσε τη φωνή της.
«Μαμά, δεν είναι θέμα να κάνεις ό,τι μπορείς. Είναι ότι πάντα… δεν φτάνει.»
Αυτή η λέξη με χτύπησε σαν χαστούκι. Δεν φτάνει. Εγώ, που δούλευα δεκατρία χρόνια σε καθαριστήριο στην Κυψέλη, με χέρια σκασμένα από τα απορρυπαντικά. Εγώ, που έραβα κουμπιά τα βράδια για να της πληρώνω φροντιστήρια. Εγώ, που πούλησα τα δυο χρυσά βραχιόλια της μάνας μου όταν πέρασε Νομική στη Θεσσαλονίκη και δεν έβγαιναν τα νοίκια. Δεν φτάνει.
Η Ειρήνη δεν ήταν πάντα έτσι. Ή τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω. Μεγαλώσαμε μαζί, σχεδόν. Ο πατέρας της έφυγε όταν εκείνη ήταν δώδεκα. Ένα πρωί είπε «θα πάω για καφέ» και μετά από λίγο καιρό μάθαμε ότι είχε άλλη ζωή στον Βόλο. Δεν γύρισε ποτέ στ’ αλήθεια. Οπότε εγώ έγινα τα πάντα. Μάνα, πατέρας, τοίχος να πέφτει πάνω μου ό,τι κακό ερχόταν.
Και η Ειρήνη το ήξερε. Το έβλεπε. Με έπαιρνε αγκαλιά όταν με έβρισκε να κοιμάμαι στον καναπέ με ανοιχτό το φως. Μου έλεγε «όταν μεγαλώσω, θα σε ξεκουράσω». Αυτά έλεγε.
Μετά γνώρισε τον Στέλιο. Καλό παιδί, δεν λέω. Ευγενικός, ήσυχος. Αλλά η οικογένειά του… άλλη τάξη, άλλη ζωή. Ο πατέρας του εργολάβος, η μάνα του φαρμακοποιός. Διακοπές στη Μύκονο, τραπέζια σε μαγαζιά που εγώ περνάω απ’ έξω και κοιτάω τις τιμές σαν να διαβάζω ξένη γλώσσα. Στην αρχή προσπάθησα. Να μη φανεί η διαφορά. Να πηγαίνω περιποιημένη, να παίρνω κι εγώ ένα καλό γλυκό από ζαχαροπλαστείο, να μη νιώθει το παιδί μου ότι υστερώ.
Αλλά οι διαφορές δεν κρύβονται για πολύ.
Όταν αποφάσισαν να αγοράσουν σπίτι, οι γονείς του Στέλιου έβαλαν μπροστά για την προκαταβολή. Διαμέρισμα στο Παγκράτι, φωτεινό, κοντά στο Μετρό, με παιδικό δωμάτιο έτοιμο πριν καν γεννηθεί ο δεύτερος μικρός. Εγώ τι να δώσω; Πήγαινα και της καθάριζα τα ντουλάπια πριν μετακομίσουν. Κρατούσα τα παιδιά για να κοιμηθεί. Μαγείρευα γεμιστά και τα άφηνα σε τάπερ στο ψυγείο. Αυτά είχα.
Μια μέρα, πάνω στη φασαρία, την άκουσα να λέει στην πεθερά της:
«Ευτυχώς που είστε κι εσείς, γιατί αλλιώς δεν θα τα βγάζαμε πέρα έτσι όπως θέλουμε.»
Έτσι όπως θέλουμε. Ούτε ένα «και η μαμά μου βοηθάει». Τίποτα. Σαν να ήμουν η γυναίκα που έρχεται να κρατήσει τα παιδιά επί πληρωμή.
Το κράτησα μέσα μου μήνες. Μέχρι που έσκασε.
Ήταν Κυριακή. Είχαν τραπέζι στο σπίτι. Οι άλλοι παππούδες είχαν φέρει στα εγγόνια ρούχα για το χειμώνα, παιχνίδια, κι ένα ηλεκτρικό πατίνι για τον μεγάλο. Εγώ είχα πάρει το σταυρουδάκι και δύο βιβλία. Όταν έφυγαν εκείνοι, η Ειρήνη μάζευε τις σακούλες νευρικά.
«Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημά σου;» μου είπε ξαφνικά. «Ότι νομίζεις πως η αγάπη φτάνει για όλα.»
«Και το δικό σου ξέρεις ποιο είναι;» της απάντησα. «Ότι ξέχασες ποια σε κράτησε όρθια όταν δεν είχες τίποτα.»
Γύρισε απότομα.
«Δεν είχα τίποτα; Εγώ πάλευα μια ζωή να μην ντρέπομαι, μαμά. Να μη φαίνεται ότι είμαστε οι φτωχοί. Στις εκδρομές, στις παρέες, παντού. Και τώρα έχω δύο παιδιά. Θέλω να έχουν ασφάλεια. Να μη μετράνε τα κέρματα όπως μέτραγες εσύ στο σούπερ μάρκετ.»
Το είπε και πάγωσα. Γιατί είχε δίκιο σε κάτι. Ναι, τα μέτραγα. Και πολλές φορές της είπα ψέματα. «Δεν πεινάω, φάε εσύ». «Δεν μου αρέσουν τα καινούρια παπούτσια, πάρε εσύ». Ήθελα να τη σώσω από τη στέρηση. Κι όμως εκείνη τη θυμόταν σαν ντροπή.
«Δηλαδή ντρέπεσαι για μένα;» τη ρώτησα. Δεν φώναξα. Αυτό πόνεσε πιο πολύ.
Η Ειρήνη δεν απάντησε αμέσως. Έτριψε τα χέρια της, κοίταξε το πάτωμα, μετά εμένα.
«Δεν ντρέπομαι για σένα», είπε σιγά. «Ντρέπομαι που όταν μπαίνω σε ένα δωμάτιο νιώθω ότι πρέπει συνέχεια να αποδείξω ότι ανήκω εκεί.»
«Και θα το αποδείξεις με τσάντες και προκαταβολές;»
«Θα το αποδείξω με το να μην εξαρτώμαι από κανέναν.»
Γέλασα πικρά. «Μα ήδη εξαρτάσαι.»
Εκεί θύμωσε πραγματικά. Μου είπε ότι είμαι άδικη, ότι οι καιροί άλλαξαν, ότι η συναισθηματική στήριξη δεν πληρώνει δόσεις, ούτε ιδιωτικό παιδικό σταθμό, ούτε δραστηριότητες. Μου είπε και κάτι που ακόμα το ακούω τα βράδια.
«Μη μου ζητάς να νιώθω ευγνωμοσύνη για πράγματα που κάθε μάνα οφείλει να κάνει.»
Έμεινα ακίνητη. Σαν να μου πήραν τον αέρα. Γιατί εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως όσα για μένα ήταν θυσία, για το παιδί μου είχαν γίνει υποχρέωση. Σαν λογαριασμός πληρωμένος και ξεχασμένος.
Έφυγα χωρίς να πιω καφέ. Στο λεωφορείο μέχρι την Κυψέλη κρατούσα την τσάντα μου στην αγκαλιά και κοίταζα τα χέρια μου. Τα ίδια χέρια που την έπλεναν μικρή στη σκάφη όταν μας είχαν κόψει το ζεστό νερό. Τα ίδια που της ίσιωναν τα μαλλιά πριν δώσει το πρώτο της μάθημα στη σχολή. Και τώρα αυτά τα χέρια δεν είχαν καμία αξία μπροστά σε μια κάρτα, μια μεταβίβαση, ένα επώνυμο μπουφάν.
Πέρασαν τρεις εβδομάδες χωρίς να μιλήσουμε. Μετά με πήρε μόνο για τα παιδιά, αν μπορώ να τα κρατήσω γιατί είχαν μια υποχρέωση. Πήγα, φυσικά πήγα. Όταν άνοιξε η πόρτα, τα μάτια της ήταν πρησμένα. Δεν είπε συγγνώμη. Ούτε εγώ. Μόνο άφησε για λίγο το χέρι της πάνω στο μπράτσο μου, σαν να φοβόταν ότι αν μιλήσει θα σπάσει.
Δεν ξέρω αν θα ξαναγίνουμε όπως πριν. Ίσως όχι. Ίσως η ζωή, τα λεφτά, οι συγκρίσεις, όλα αυτά να αφήνουν λεκέδες που δεν βγαίνουν.
Αλλά πείτε μου κάτι ειλικρινά. Μπορεί μια μάνα να αντέξει όταν το παιδί της μετράει την αγάπη με τιμές καταστήματος; Και η Ειρήνη έχει άδικο… ή απλώς έγινε αυτό που την έμαθε να φοβάται η ίδια η έλλειψη;