«Μου ζήτησαν να φύγω από το σπίτι που έζησα 18 χρόνια» — Μετά τον θάνατο του άντρα της, η Μαρίνα βρέθηκε μόνη απέναντι στα θετά του παιδιά και σε έναν φάκελο διαθήκης
Τη μέρα που ήρθαν να αλλάξουν την κλειδαριά, δεν ήμουν καν στο σπίτι. Ήμουν στο νεκροταφείο του χωριού, γιατί ήταν σαράντα μέρες από τότε που πέθανε ο Στέλιος.
Το έμαθα όταν με πήρε η γειτόνισσα από απέναντι, η κυρία Λίτσα. Μιλούσε σιγά, σαν να φοβόταν μην την ακούσει κάποιος.
«Μαρίνα, ήρθαν δυο άνθρωποι και ο μεγάλος του Στέλιου. Βγάζουν πράγματα έξω. Πού είσαι;»
Θυμάμαι ότι δεν της απάντησα αμέσως. Κρατούσα ακόμη το σακουλάκι με τα κόλλυβα από το μνημόσυνο. Είχα χώσει τα κλειδιά στην τσάντα μου και σκεφτόμουν πως, μέχρι πριν έναν μήνα, αυτά τα κλειδιά ήταν το πιο συνηθισμένο πράγμα στον κόσμο.
Με τον Στέλιο παντρευτήκαμε αργά. Εγώ ήμουν σαράντα δύο, εκείνος πενήντα. Είχε δύο παιδιά από τον πρώτο του γάμο, τον Αντώνη και τη Βάσω, ήδη μεγάλους τότε. Δεν έγινα ποτέ «μαμά» τους, ούτε προσπάθησα. Είχαμε μια ευγενική σχέση. Τραπεζώματα, γιορτές, τηλέφωνα στις ονομαστικές γιορτές. Όχι μεγάλη ζεστασιά, αλλά ούτε φασαρίες.
Το σπίτι ήταν στο όνομα του Στέλιου. Ένα παλιό ισόγειο στην Καλλιθέα, που το είχε αγοράσει πριν με γνωρίσει. Εγώ το ήξερα αυτό. Δεν ζήτησα ποτέ να γραφτεί κάτι και στο δικό μου όνομα. Τότε μου φαινόταν άσχημο να ανοίγω τέτοια κουβέντα. Λέγαμε ότι είμαστε μαζί, ότι έχουμε ο ένας τον άλλον. Αυτά.
Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του είχε ταλαιπωρηθεί πολύ. Πρώτα η καρδιά, μετά τα νεφρά, μετά τα νοσοκομεία. Εγώ είχα αφήσει το φροντιστήριο όπου δούλευα με ώρες, γιατί δεν έβγαινε αλλιώς. Τον πήγαινα στο Λαϊκό, περίμενα στις ουρές για εξετάσεις, μαγείρευα ό,τι μπορούσε να φάει, μάλωνα μαζί του για τα τσιγάρα. Τα παιδιά του έρχονταν, δεν λέω. Αλλά κυρίως τα Σαββατοκύριακα.
Μετά την κηδεία, ο Αντώνης μου είπε να βρεθούμε «να τα βάλουμε σε μια σειρά». Πήγα αφελώς, με έναν καφέ στο χέρι, στο σπίτι του. Εκεί μου έδωσε αντίγραφο μιας διαθήκης.
Ο Στέλιος άφηνε το σπίτι στα παιδιά του. Σε μένα άφηνε ένα ποσό, μικρότερο απ’ όσο περίμενα, και αναφερόταν ότι θα μπορούσα να παραμείνω προσωρινά στο σπίτι μέχρι να «τακτοποιηθούν οι εκκρεμότητες». Η φράση αυτή έγινε μετά ολόκληρη ιστορία. Άλλος δικηγόρος μου είπε ότι είχα δικαιώματα ως σύζυγος. Άλλος μου είπε ότι όλα εξαρτώνται από λεπτομέρειες. Εγώ άκουγα λέξεις όπως νόμιμη μοίρα, δημοσίευση διαθήκης, ασφαλιστικά μέτρα, και ένιωθα σαν να μιλούσαν για μια άλλη γυναίκα.
Η Βάσω έλεγε ότι δεν ήθελε να με πετάξουν έξω. Το έλεγε όμως πάντα στον πληθυντικό, «να το δούμε», «να το συζητήσουμε», «δεν αποφασίζω μόνο εγώ». Ο Αντώνης ήταν πιο ξεκάθαρος. Είχε δάνειο, έλεγε, και το σπίτι έπρεπε να πουληθεί ή να νοικιαστεί. Του απαντούσα ότι δεν είχα πού να πάω. Μου έλεγε πως καταλάβαινε, αλλά δεν μπορούσε να κουβαλήσει τα δικά μου προβλήματα.
Ίσως να είχε δίκιο σε κάτι. Δεν ήταν δικά του τα προβλήματά μου. Αλλά ούτε εγώ καταλάβαινα πότε ακριβώς είχα πάψει να είμαι άνθρωπος που πενθούσε και είχα γίνει εμπόδιο σε ένα ακίνητο.
Τελικά έφυγα από εκείνο το σπίτι με τρεις μεγάλες σακούλες, δύο βαλίτσες και το παλιό γραφείο του Στέλιου που δεν μπορούσα να πάρω. Η κυρία Λίτσα κράτησε για λίγες μέρες κάποια κούτα στο σπίτι της. Τα περισσότερα πράγματά μου μπήκαν σε μια αποθήκη που πλήρωνε ο ξάδερφός μου, μέχρι να δω τι θα κάνω.
Έμεινα σχεδόν τέσσερις μήνες στον καναπέ της αδελφής μου, στο Περιστέρι. Η αδελφή μου δεν μου φέρθηκε άσχημα, κάθε άλλο. Αλλά είχε δύο παιδιά, μικρό σπίτι και έναν άντρα που ξυπνούσε στις πέντε για δουλειά. Κι εγώ, στα πενήντα εννιά μου, έπλενα το φλιτζάνι μου αθόρυβα και ρωτούσα αν ενοχλώ πριν ανοίξω την τηλεόραση.
Έκανα αιτήσεις για δουλειά όπου μπορούσα. Είμαι φιλόλογος, με χρόνια σε ιδιαίτερα και φροντιστήρια, αλλά όταν είχα σταματήσει για τον Στέλιο, έχασα μαθητές. Κάποιοι γονείς ήταν ευγενικοί, άλλοι μου έλεγαν απλώς «θα σας έχουμε υπόψη». Δεν είχα ούτε διάθεση να παρακαλάω ούτε την πολυτέλεια να μη το κάνω.
Η θέση ήρθε τον Νοέμβριο. Αναπλήρωση με μειωμένο ωράριο σε ένα γυμνάσιο στη δυτική Αττική, για μια καθηγήτρια που έλειπε με άδεια. Δώδεκα ώρες τη βδομάδα. Τα λεφτά δεν ήταν αρκετά για να νιώσω ασφαλής, αλλά όταν μου τηλεφώνησαν, κάθισα στο κρεβάτι της ανιψιάς μου και έκλαψα κανονικά. Όχι διακριτικά. Σαν να μου είχαν δώσει πίσω κάτι που είχα ξεχάσει ότι είχα: πρόγραμμα, διαδρομή, λόγο να σηκωθώ το πρωί.
Τώρα νοικιάζω ένα μικρό δυάρι στον Κολωνό. Δεν είναι όμορφο. Έχει υγρασία σε μια γωνία του σαλονιού και το μπάνιο είναι τόσο στενό που χτυπάω τον αγκώνα μου στο πλυντήριο. Αλλά έχω δικό μου κλειδί. Πληρώνω μόνη μου το ρεύμα, το νερό, το ενοίκιο. Κάνω λογαριασμούς με το κομπιουτεράκι και μερικούς μήνες δεν βγαίνω ούτε για καφέ.
Η υπόθεση με το σπίτι δεν έχει τελειώσει εντελώς. Ο δικηγόρος μου λέει να περιμένω, ότι υπάρχουν ακόμη πράγματα που εξετάζονται. Δεν ξέρω αν έχω πια τη δύναμη να περιμένω με τον ίδιο τρόπο. Με τη Βάσω μιλάμε αραιά. Με τον Αντώνη όχι.
Στο σχολείο, προχθές, ένα παιδί της Β΄ Γυμνασίου μου άφησε πάνω στην έδρα μια ζωγραφιά από το μάθημα. Δεν ήταν κάτι σπουδαίο, δυο δέντρα και ένας ήλιος. Πάνω είχε γράψει: «Για την κυρία Μαρίνα που μας κάνει να μιλάμε χωρίς φόβο».
Τη δίπλωσα και την έβαλα στην τσάντα μου. Το βράδυ, στο μικρό μου σπίτι, την κόλλησα με σελοτέιπ στο ψυγείο. Μετά έβαλα να βράσει μακαρόνια, γιατί είχα μείνει πάλι από ιδέες για φαγητό.
Δεν νιώθω ότι ξαναέφτιαξα τη ζωή μου. Ακόμη τη στήνω, κομμάτι κομμάτι. Αλλά τουλάχιστον τώρα, όταν γυρίζω και κλείνω την πόρτα, δεν φοβάμαι ότι κάποιος θα μου πει πως δεν έχω θέση εκεί.