«Αν δεν με πάρεις σπίτι σου, θα κοιμηθώ στον δρόμο»: Όταν ο πατέρας μου ζήτησε βοήθεια μετά από χρόνια σιωπής
«Αν δεν με πάρεις σπίτι σου, θα κοιμηθώ στον δρόμο», μου είπε ο πατέρας μου έξω από το σούπερ μάρκετ όπου δουλεύω, μπροστά σε δύο συναδέλφους που είχαν βγει για τσιγάρο.
Τον κοίταξα και για λίγα δευτερόλεπτα δεν μπόρεσα να μιλήσω. Είχα να τον δω σχεδόν τρία χρόνια. Ήταν πιο αδύνατος, με ένα σακίδιο και μια σακούλα από το περίπτερο. Δεν ήρθε να με ρωτήσει τι κάνω. Δεν είπε ούτε ένα «συγγνώμη». Μόνο αυτό.
«Δεν μπορώ να σε πάρω σπίτι μου», του είπα χαμηλά.
«Δηλαδή θα αφήσεις τον πατέρα σου;» απάντησε. «Ένα δωμάτιο έχεις. Δεν σου ζητάω παλάτι.»
Μένω σε δυάρι στην Καλλιθέα με την κόρη μου, που είναι δεκατριών. Το δεύτερο δωμάτιο είναι δικό της. Ο πρώην άντρας μου δίνει διατροφή όταν θυμάται, εγώ δουλεύω στο σούπερ μάρκετ και κάνω δυο απογεύματα καθαριότητα σε ένα γραφείο. Δεν περισσεύουν ούτε χρήματα ούτε χώρος.
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό.
Ο πατέρας μου δεν με χτύπησε ποτέ. Το λέω γιατί κάθε φορά που το συζητάω, κάποιος λέει «εντάξει, δεν σε κακοποιούσε κιόλας». Όμως μεγάλωσα με το να μην ξέρω σε τι κατάσταση θα γυρίσει σπίτι. Όταν έπινε, φώναζε στη μητέρα μου, έσπαγε πράγματα, μας έλεγε πως του καταστρέψαμε τη ζωή. Μετά από δυο μέρες μπορούσε να φέρει τυρόπιτες και να κάνει σαν να μην έγινε τίποτα.
Όταν χώρισαν οι γονείς μου, ήμουν είκοσι δύο. Για χρόνια τον βοηθούσα. Του πλήρωνα λογαριασμούς, του έστελνα χρήματα, του έκλεινα ραντεβού στο Κέντρο Υγείας όταν ανέβαζε πίεση. Κάθε φορά μου έλεγε ότι θα αλλάξει. Κάθε φορά εγώ πίστευα ότι, αν τον βοηθήσω λίγο ακόμα, θα γίνει ο πατέρας που ήθελα να έχω.
Η τελευταία φορά ήταν πριν τρία χρόνια. Είχε έρθει σπίτι μου, είχε πιει και άρχισε να λέει στην κόρη μου ότι «η μάνα σου είναι αχάριστη». Εκείνη έκλαιγε στο δωμάτιό της κι εγώ τον έβγαλα έξω. Τότε του είπα να μην ξανάρθει αν δεν ζητήσει βοήθεια για το ποτό. Δεν με πήρε ποτέ.
Τώρα μου είπε ότι τον έβγαλαν από το δωμάτιο που νοίκιαζε, επειδή χρωστούσε τρία ενοίκια. «Ο ιδιοκτήτης δεν είχε άδικο», παραδέχτηκε. «Αλλά δεν είχα. Μου κόψανε και κάτι μεροκάματα.»
Του έδωσα ό,τι είχα στο πορτοφόλι, τριάντα ευρώ. Του είπα να πάμε μαζί την επόμενη μέρα στην κοινωνική υπηρεσία του δήμου, να ρωτήσουμε για ξενώνα και για τα χαρτιά του. Θύμωσε.
«Για τον δήμο με έχεις; Εγώ σπίτι της κόρης μου θέλω να πάω.»
Το βράδυ, πήρα τη μητέρα μου. Περίμενα να μου πει να μην υποχωρήσω. Αντί γι’ αυτό, άρχισε να κλαίει.
«Μη νομίζεις ότι είναι τόσο απλό», μου είπε. «Εγώ του είπα να φύγει από το δωμάτιο. Είχα αρχίσει να του δίνω εγώ ένα μέρος από τη σύνταξή μου, αλλά δεν άντεχα άλλο.»
Θύμωσα μαζί της. «Και δεν μου το είπες; Ήξερες ότι θα έρθει σε μένα;»
«Ντρεπόμουν», είπε. «Και φοβόμουν ότι θα μου έλεγες πως τον κρατάω εγώ στο πρόβλημα.»
Εκεί κόλλησα. Γιατί ίσως αυτό ακριβώς θα της έλεγα. Κι εγώ τόσα χρόνια έδινα λεφτά χωρίς να βάζω κανέναν όρο, μετά εξαφανιζόμουν όταν δεν άντεχα και τον άφηνα πάλι να βρει μόνος του άκρη. Δεν ήμουν η αιτία για όσα έκανε, αλλά ούτε ήξερα ποτέ να βοηθάω χωρίς να θυσιάζομαι τελείως.
Τελικά δεν τον έφερα σπίτι. Του έκλεισα, με βοήθεια από μια κοινωνική λειτουργό του δήμου, ραντεβού για να δει τι δικαιούται και βρήκαμε προσωρινά ένα φτηνό δωμάτιο για λίγες νύχτες. Του έδωσα τα χρήματα απευθείας στην ιδιοκτήτρια. Του είπα πως θα τον βοηθήσω με τα χαρτιά και με γιατρό, αλλά δεν θα μπει στο σπίτι μου και δεν θα είναι μόνος με την κόρη μου.
«Με πέταξες κι εσύ», μου είπε πριν κλείσει το τηλέφωνο.
Από τότε με παίρνει μια φορά τη μέρα. Άλλοτε μιλάει ήρεμα, άλλοτε μου λέει πως τον εγκατέλειψα. Η μητέρα μου λέει να κάνω υπομονή, η αδερφή μου λέει ότι πρέπει να τον πάρουμε έστω εναλλάξ. Εγώ κάθε φορά που χτυπάει το κινητό μου, νιώθω πάλι εκείνο το σφίξιμο που είχα παιδί.
Δεν ξέρω αν έκανα το σωστό. Ξέρω μόνο ότι δεν θέλω η κόρη μου να μάθει πως αγάπη σημαίνει να ανοίγεις την πόρτα σε κάτι που σε φοβίζει. Μήπως όμως, όταν κάποιος είναι πραγματικά σε ανάγκη, το να βάζεις όρια μοιάζει πολύ με εγκατάλειψη; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;