Ερωτεύτηκα έναν πολύ μεγαλύτερο άντρα και μετά τον θάνατό του με είπαν χρυσοθήρα — η αλήθεια που με λύγισε και με ανάγκασε να διαλέξω ανάμεσα στην αγάπη και στην περιουσία
«Ντροπή σου, Ελένη. Περίμενες να πεθάνει ο πατέρας μου για να μπεις στο σπίτι του σαν κυρία;»
Η φωνή της Ιωάννας αντήχησε στον διάδρομο του νοσοκομείου κι εγώ έμεινα ακίνητη, με τον καφέ στο χέρι να τρέμει. Δυο νοσοκόμες γύρισαν και μας κοίταξαν. Ένας ηλικιωμένος από το διπλανό δωμάτιο μισοέκλεισε την πόρτα. Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί.
«Δεν μπήκα πουθενά. Εδώ είμαι κάθε μέρα», της είπα χαμηλά.
«Γιατί μυρίστηκες λεφτά. Μη μου το παίζεις θλιμμένη.»
Εκείνη τη στιγμή βγήκε ο Στέφανος από το δωμάτιο, αδύναμος, με τον ορό στο χέρι. Ήταν είκοσι επτά χρόνια μεγαλύτερός μου. Κι όμως, εκείνος ήταν ο μόνος άνθρωπος που με είχε δει πραγματικά.
Τον γνώρισα στα σαράντα δύο του δικά μου τα είκοσι πέντε; Όχι. Εκεί είναι που όλοι μπερδεύονται. Τον γνώρισα όταν ήμουν τριάντα οκτώ, χωρισμένη, με ένα νοίκι να με πνίγει στα Πατήσια, μια μάνα που μου έλεγε κάθε μέρα «κάπου έκανες λάθος στη ζωή σου» και μια δουλειά σε λογιστικό γραφείο που barely έβγαζε τα βασικά. Ο Στέφανος ήταν εξήντα πέντε, συνταξιούχος πολιτικός μηχανικός, χήρος, ήσυχος άνθρωπος. Τον πέτυχα πρώτη φορά σε ένα φαρμακείο στο Γαλάτσι. Ξέχασε τα γυαλιά του και του διάβασα εγώ τις οδηγίες από ένα κουτί.
Μετά ήρθε ένας καφές. Μετά άλλος ένας. Και μετά εκείνη η σπάνια ηρεμία που δεν τη σχεδιάζεις.
Όταν το είπα στη μάνα μου, χτύπησε το χέρι στο τραπέζι.
«Τι δουλειά έχεις εσύ με έναν παππού;»
«Μαμά, δεν είναι παππούς.»
«Σταμάτα. Τι θες από αυτόν; Σπίτι; Σύνταξη;»
Ο αδερφός μου ο Μιχάλης ήταν χειρότερος.
«Θα μας κάνεις ρεζίλι στη γειτονιά. Όλος ο κόσμος θα λέει ότι βρήκες κορόιδο.»
Γελούσα νευρικά τότε. Πίστευα ότι, άμα δουν πως είμαστε καλά, θα μαλακώσουν. Δεν μαλάκωσαν ποτέ.
Η Ιωάννα, η κόρη του, με κοίταζε από την αρχή σαν να ήμουν λεκές στο τραπεζομάντιλο. Δεν της πήρα τον πατέρα της. Τον πατέρα της τον είχε ήδη χάσει χρόνια πριν, όταν απομακρύνθηκαν, όταν εκείνη έφυγε για Θεσσαλονίκη, όταν τα τηλέφωνα έγιναν τυπικά και οι γιορτές αγγαρεία. Αλλά ήταν πιο εύκολο να φταίω εγώ.
Στην αρχή ο Στέφανος προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες.
«Δώσ’ της χρόνο», μου έλεγε.
«Και οι δικοί μου;»
«Κι αυτοί φοβούνται. Ο κόσμος πάντα φοβάται ό,τι δεν καταλαβαίνει.»
Μετά αρρώστησε. Όχι απότομα. Σιγά σιγά. Κούραση, εξετάσεις, αναμονές σε δημόσια νοσοκομεία, εκείνα τα πλαστικά καθίσματα που σου κόβουν τη μέση και την ελπίδα μαζί. Έτρεχα εγώ παντού. Φάρμακα, γιατροί, χαρτιά, μαγειρευτό φαγητό σε τάπερ. Η Ιωάννα εμφανιζόταν αραιά και που, αλλά πάντα με ύφος κατηγόρου.
Μια μέρα, μέσα στο σπίτι του, άνοιξε ένα συρτάρι και βρήκε έναν φάκελο.
«Τι είναι αυτό;» είπε.
Ο Στέφανος πήρε βαθιά ανάσα.
«Η διαθήκη μου.»
Ένιωσα το αίμα να παγώνει.
«Δεν θέλω να το συζητήσω τώρα», είπα.
Αλλά ήταν αργά.
«Φυσικά και δεν θέλεις», πετάχτηκε η Ιωάννα. «Αφού τα έχεις κανονίσει όλα.»
Ο Στέφανος θύμωσε τόσο που του έτρεμαν τα χέρια.
«Φτάνει. Η Ελένη δεν μου ζήτησε ούτε ένα ευρώ.»
Κανείς δεν τον άκουσε πραγματικά.
Όταν πέθανε, ένιωσα να αδειάζω. Σαν να έσβησε ο ήχος από τον κόσμο. Και σχεδόν αμέσως άρχισε η άλλη κόλαση. Η διαθήκη άφηνε σε μένα ένα μέρος των αποταμιεύσεών του και το μισό διαμέρισμα όπου μέναμε. Όχι όλη την περιουσία, όπως έλεγαν. Αλλά ποιος ήθελε την αλήθεια;
Η Ιωάννα έκανε προσβολή διαθήκης. Οι δικοί μου, αντί να με στηρίξουν, μου είπαν να τα πάρω και να τελειώνω.
«Αφού στα άφησε, δικά σου είναι», είπε η μάνα μου, η ίδια γυναίκα που με έβριζε στην αρχή. «Τουλάχιστον να βγει κάτι καλό.»
Αυτό με διέλυσε περισσότερο απ’ όλα. Σαν να επιβεβαίωνε κι εκείνη ότι οι άνθρωποι μετριούνται μόνο με το τι θα κερδίσουν.
Για ενάμιση χρόνο πήγαινα σε δικηγόρους, σε συμβολαιογράφους, σε αίθουσες που μύριζαν χαρτί και κούραση. Στη γειτονιά ψιθύριζαν. Στο φούρνο χαμήλωναν τη φωνή όταν έμπαινα. Μια παλιά γνωστή μου είπε τάχα αθώα: «Τελικά άξιζε ο κόπος;»
Γύρισα σπίτι κι έκλαψα με λυγμούς. Όχι για τα λεφτά. Για την ξεφτίλα. Για το πώς μια αγάπη μπορεί να γίνει κουτσομπολιό σε στόματα ξένα.
Στο τελευταίο δικαστήριο, η δικηγόρος μου είπε πως είχαμε σοβαρές πιθανότητες να κερδίσουμε τα περισσότερα. Κι εγώ, αντί να ανακουφιστώ, ένιωσα βάρος. Κοίταξα την Ιωάννα απέναντι. Δεν τη συμπάθησα ξαφνικά. Όχι. Αλλά είδα μια γυναίκα που είχε χάσει τον πατέρα της και κρατιόταν μόνο από το θυμό της.
Βγήκα έξω και της είπα να μιλήσουμε.
Καθίσαμε σε ένα καφέ δίπλα στα δικαστήρια. Είχε ζέστη, εκείνη δεν με κοιτούσε καν.
«Δεν θέλω να συνεχιστεί άλλο αυτό», της είπα.
«Τώρα το θυμήθηκες;»
«Άκουσέ με. Θα κρατήσω μόνο κάτι προσωπικά του αντικείμενα. Τα βιβλία του, το ρολόι του, δυο πουκάμισα που ακόμη μυρίζουν εκείνον. Τα υπόλοιπα… δικά σου.»
Σήκωσε το κεφάλι απότομα.
«Γιατί;»
Κατάπια δύσκολα.
«Γιατί αν συνεχίσω να παλεύω για το σπίτι και τα χρήματα, θα είναι σαν να δίνω δίκιο σε όλους. Και γιατί εγώ τον αγάπησα όταν ήταν ζωντανός. Δεν χρειάζομαι ανταμοιβή για αυτό.»
Δεν είπε τίποτα για ώρα. Μόνο έσφιγγε το ποτήρι με τα δυο χέρια. Μετά ψιθύρισε:
«Δεν σε πίστεψα ποτέ.»
«Το ξέρω.»
Δεν γίναμε οικογένεια. Μην πω ψέματα. Αλλά εκείνη τη μέρα τελείωσε ο πόλεμος.
Έφυγα από το σπίτι λίγους μήνες μετά. Νοίκιασα ένα μικρό διαμέρισμα στο Νέο Κόσμο. Ξεκίνησα από την αρχή, σχεδόν από το μηδέν. Μερικές νύχτες μου λείπει τόσο πολύ που πιάνω τον εαυτό μου να γυρνάει το κεφάλι προς την πόρτα, λες και θα μπει μέσα με τα ψώνια από τη λαϊκή και θα μου πει εκείνο το απλό «Ελένη, έλα να φάμε».
Τελικά, τι μένει από έναν άνθρωπο; Ένα σπίτι ή ο τρόπος που σε κοίταζε όταν όλοι οι άλλοι σε παρεξηγούσαν;
Εσείς θα παλεύατε για την κληρονομιά, αν ξέρατε πως έτσι θα βρωμιζόταν η αγάπη που ζήσατε;