«Μην την κάνεις να νιώθει βάρος»: Όταν η πεθερά μου μπήκε στο σπίτι μας χωρίς να με ρωτήσει κανείς
«Μην την κάνεις να νιώθει βάρος», μου είπε ο άντρας μου μέσα στην κουζίνα, χαμηλόφωνα για να μην ακούσει η μητέρα του από το σαλόνι.
Τον κοίταξα και του είπα: «Δεν την κάνω εγώ να νιώθει βάρος. Εσύ με έβαλες να τη φροντίζω χωρίς καν να με ρωτήσεις».
Η πεθερά μου είχε πέσει στο μπάνιο του σπιτιού της στο Αιγάλεω και έκανε επέμβαση στο ισχίο. Το σπίτι της είναι στον τέταρτο χωρίς ασανσέρ, οπότε ήταν λογικό ότι για ένα διάστημα δεν μπορούσε να γυρίσει εκεί. Δεν είμαι αναίσθητη. Την πρώτη μέρα στο νοσοκομείο, εγώ ήμουν αυτή που έτρεχα στο φαρμακείο, που πήρα τηλέφωνο για φυσικοθεραπευτή, που έφερα πιτζάμες και παντόφλες.
Αυτό που δεν ήξερα ήταν ότι ο άντρας μου της είχε ήδη δώσει τα κλειδιά μας και της είχε πει: «Θα μείνεις όσο χρειαστεί». Χωρίς κουβέντα μαζί μου.
Μένουμε σε ένα δυάρι στο Περιστέρι. Η κόρη μας κοιμάται στο μικρό δωμάτιο κι εμείς στο άλλο. Το σαλόνι ήταν ο μόνος χώρος όπου μπορούσα να ανοίγω το λάπτοπ μου δύο μέρες την εβδομάδα, γιατί κάνω τηλεφωνική εξυπηρέτηση από το σπίτι για μια εταιρεία. Από τότε που ήρθε η πεθερά μου, κοιμάται στον καναπέ και εγώ δουλεύω στο τραπέζι της κουζίνας, με ακουστικά, ενώ εκείνη βλέπει τηλεόραση ή ζητάει κάτι.
Στην αρχή έλεγα «εντάξει, λίγες εβδομάδες είναι». Μου έλεγε κι εκείνη: «Κορίτσι μου, μη με υπηρετείς, θα σηκωθώ μόνη μου». Αλλά μετά από πέντε λεπτά με φώναζε για νερό, για το χάπι, για να της φτιάξω το μαξιλάρι. Δεν την κατηγορώ. Πονάει, φοβάται να πέσει ξανά και ντρέπεται που χρειάζεται βοήθεια.
Ο άντρας μου όμως έφευγε στις επτά το πρωί για τη δουλειά του και γύριζε αργά. Κι όταν γύριζε, έλεγε: «Εγώ τι να κάνω; Να αφήσω τη δουλειά;»
Η αδελφή του ήρθε δύο φορές με τα παιδιά της, έφερε ταψί φαγητό και είπε ότι δεν μπορεί να τη φιλοξενήσει γιατί μένει σε νοίκι και δεν χωράνε. Το καταλαβαίνω κι αυτό. Απλώς, κάπως, η φροντήδα κατέληξε να είναι δική μου.
Το χειρότερο είναι ότι δεν μίλησα από την αρχή. Έκανα πως δεν με πειράζει, γιατί φοβόμουν ότι αν έλεγα κάτι θα ακουγόμουν σαν η κακιά νύφη που δεν θέλει την πεθερά της. Έλεγα «θα περάσει», ενώ μέσα μου θύμωνα κάθε φορά που δεν μπορούσα να κάνω ούτε ένα τηλεφώνημα μόνη μου.
Μια μέρα, η κόρη μας είπε μπροστά μας: «Μαμά, μπορείς να μην είσαι συνέχεια νευρική;» Και εκεί κατάλαβα ότι δεν το έκρυβα όσο νόμιζα.
Την επόμενη εβδομάδα είδα τυχαία ένα μήνυμα του άντρα μου στην αδελφή του. Έγραφε: «Η μάνα θα μείνει και τον επόμενο μήνα, μέχρι να δυναμώσει. Μην πεις τίποτα στη γυναίκα μου ακόμη, είναι ήδη στην τσίτα».
Δεν έψαξα το κινητό του. Το άφησε ανοιχτό πάνω στο τραπέζι, δίπλα στο φορτιστή. Αλλά ντράπηκα κιόλας που το διάβασα. Σαν να έκανα κάτι λάθος εγώ, ενώ αφορούσε το σπίτι μου και τη ζωή μου.
Τότε έγινε ο καβγάς στην κουζίνα.
«Δεν είναι το θέμα αν θα μείνει», του είπα. «Το θέμα είναι ότι αποφάσισες για μένα. Και μετά περιμένεις να χαμογελάω κιόλας».
«Είναι η μάνα μου», μου απάντησε. «Αν δεν τη βοηθήσουμε εμείς, ποιος;»
«Να τη βοηθήσουμε, ναι. Αλλά να το οργανώσουμε. Να έρχεσαι κι εσύ νωρίτερα κάποιες μέρες, να βρούμε μια γυναίκα για λίγες ώρες, να μοιραστεί με την αδελφή σου. Δεν γίνεται να είμαι εγώ η λύση σε όλα επειδή δουλεύω κάποιες μέρες από σπίτι».
Δεν είπε αμέσως τίποτα. Μετά μου πέταξε ότι κι εγώ δεν του είχα πει πως η δουλειά μου κινδυνεύει, επειδή ο προϊστάμενος είχε ήδη παραπονεθεί για θόρυβο στις κλήσεις. Είχε δίκιο. Δεν του το είχα πει. Σκεφτόμουν ότι θα τα βγάλω πέρα μόνη μου και ότι δεν χρειάζεται να τον φορτώσω.
Τελικά μιλήσαμε όλοι μαζί, κι η αδελφή του ήταν παρούσα. Δεν ήταν ωραία κουβέντα. Η πεθερά μου έκλαψε και είπε: «Αν ήξερα ότι σας δυσκολεύω, θα έμενα μόνη μου, ας πέθαινα εκεί πάνω».
Εκεί ένιωσα χάλια. Της είπα ότι δεν θέλω να μείνει μόνη της και πως δεν ζητάω να φύγει. Ζητάω να μην θεωρείται αυτονόητο ότι εγώ θα κάνω τα πάντα.
Από τη Δευτέρα θα έρχεται μια κυρία από το πρόγραμμα “Βοήθεια στο Σπίτι” του δήμου για ό,τι μπορεί να καλύψει, και η αδελφή του θα παίρνει δύο απογεύματα άδεια τη βδομάδα. Ο άντρας μου υποσχέθηκε ότι θα αναλάβει εκείνος τα βραδινά και τα φάρμακα. Δεν ξέρω αν θα κρατήσει, σιγουρα όμως δεν λύθηκαν όλα με μία κουβέντα.
Ακόμη νιώθω ενοχές όταν η πεθερά μου με κοιτάει σαν να φοβάται ότι θέλω να φύγει. Αλλά νιώθω και θυμό που χρειάστηκε να φτάσω στα όριά μου για να ακουστώ.
Μήπως άργησα να μιλήσω και το έκανα πιο δύσκολο για όλους ή υπάρχει ένα σημείο που η ηρεμία του σπιτιού κοστίζει υπερβολικά πολύ; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;