Μετά τον θάνατο του άντρα της, ο γιος της έγινε ο άνθρωπος που φοβόταν μέσα στο ίδιο της το σπίτι
Είμαι εξήντα επτά χρονών και μέχρι πριν από δύο μήνες κοιμόμουν με το κινητό κάτω από το μαξιλάρι. Όχι επειδή περίμενα κάποιο τηλεφώνημα. Το είχα εκεί γιατί φοβόμουν μήπως χρειαστεί να καλέσω βοήθεια και δεν προλάβω να το βρω.
Ντρέπομαι που το γράφω αυτό για τον γιο μου. Ο Στέλιος είναι σαράντα ενός. Ήταν πάντα λίγο δύσκολος, από παιδί, με νεύρα και πείσμα. Αλλά ήταν και τρυφερός. Όταν πέθανε ο πατέρας του, ο Κώστας μου, πριν από έξι χρόνια, ήρθε και με αγκάλιασε στην κηδεία σαν να ήταν εκείνος ο μεγάλος κι εγώ το παιδί. Τότε πίστεψα ότι θα είμαστε ο ένας στήριγμα για τον άλλον.
Δεν έγινε έτσι.
Ο Στέλιος είχε ήδη χωρίσει με τη γυναίκα του, τη Δανάη. Δεν είχαν παιδιά. Δούλευε πότε σε συνεργείο, πότε σε μεταφορές, πότε σε κάτι με έναν φίλο του που «θα άνοιγε». Μετά τον θάνατο του πατέρα του έμεινε για λίγο σπίτι μου, έτσι το είπαμε. Είχε αφήσει το νοίκι του, ήταν στεναχωρημένος, κι εγώ μόλις είχα μείνει μόνη σε ένα τριάρι στον Κορυδαλλό. Τι θα έκανα; Θα του έκλεινα την πόρτα;
Το λίγο έγινε μόνιμο χωρίς να το καταλάβω. Τα πράγματά του γέμισαν το μικρό δωμάτιο. Μετά έφερε και ένα μεγάλο γραφείο που δεν χωρούσε πουθενά. Άρχισε να κοιμάται μέχρι αργά, να ξυπνάει νευρικός και να φτιάχνει καφέ στις δώδεκα. Εγώ έφευγα για το σούπερ μάρκετ με τη σύνταξη μετρημένη και εκείνος μου έλεγε να του πάρω και ενεργειακά ποτά ή καπνούς.
Στην αρχή του έδινα λεφτά επειδή μου τα ζητούσε με τρόπο που με έκανε να λυπάμαι. «Μάνα, μέχρι να πληρωθώ». «Μάνα, μου χρωστάει ο άλλος». «Μάνα, δεν γίνεται να πάω στη δουλειά χωρίς βενζίνη». Δεν είχα τρόπο να ξέρω αν υπήρχε καν δουλειά.
Η σύνταξή μου είναι μικρή. Είχα και λίγες οικονομίες από τότε που δούλευα σε καθαριστήριο, τριάντα χρόνια. Ο Κώστας είχε κάνει και δεύτερη δουλειά για να μην μας λείψει τίποτα. Αυτά τα χρήματα τα είχα στην άκρη για ώρα ανάγκης, για γιατρούς, για ό,τι προκύψει. Μέσα σε τέσσερα χρόνια άρχισαν να εξαφανίζονται.
Δεν ήταν μόνο τα λεφτά. Ήταν ότι δεν μπορούσα να μιλήσω στο σπίτι μου χωρίς να μετράω τις λέξεις.
Αν του έλεγα να χαμηλώσει την τηλεόραση, πεταγόταν.
«Άσε με ήσυχο, ρε μάνα, όλη μέρα γκρινιάζεις.»
Αν τον ρωτούσα αν βρήκε κάτι πιο σταθερό, μου έλεγε ότι τον πρήζω. Μία φορά, επειδή του είπα πως δεν μπορώ άλλο να πληρώνω τον λογαριασμό του κινητού του, χτύπησε την παλάμη του στον πάγκο τόσο δυνατά που έπεσε κάτω το ποτήρι μου και έσπασε.
Μετά από μισή ώρα μου έφερε άλλο ποτήρι από το ντουλάπι, χωρίς συγγνώμη. Σαν να είχε συμβεί κάτι εντελώς φυσιολογικό.
Εγώ έκανα το χειρότερο: το συνήθισα. Έλεγα ότι έχει πένθος, ότι δεν ξεπέρασε τον πατέρα του, ότι τον πλήγωσε ο χωρισμός του. Έλεγα και ότι ίσως φταίω εγώ, επειδή τον είχα μάθει να τα βρίσκει όλα έτοιμα. Είναι σκληρό να το παραδέχεσαι, αλλά ναι, τον κακομάθαινα. Ακόμη και όταν ήταν παντρεμένος, του έστελνα τάπερ κάθε εβδομάδα. Η Δανάη γελούσε μερικές φορές, όχι άσχημα, και μου έλεγε: «Κυρία Μαρία, αφήστε τον λίγο να βράσει και κανένα μακαρόνι μόνος του». Τότε το θεωρούσα υπερβολή.
Η Δανάη ήταν η μόνη που κάποια στιγμή με πήρε τηλέφωνο και μου μίλησε καθαρά. Είχε μάθει από κοινή γνωστή ότι ο Στέλιος ζούσε μαζί μου και δεν δούλευε σχεδόν καθόλου.
«Δεν θέλω να ανακατευτώ», μου είπε. «Αλλά μην του δικαιολογείτε τα πάντα επειδή είναι παιδί σας. Το έκανε και σε μένα. Πάντα κάποιος άλλος έφταιγε.»
Θύμωσα μαζί της εκείνη τη μέρα. Της είπα, κάπως ψυχρά, ότι αυτά είναι οικογενειακά μας. Όταν το έκλεισα, έκλαψα από νεύρα. Κυρίως γιατί ήξερα ότι είχε δίκιο και δεν άντεχα να το ακούσω.
Το βράδυ που άλλαξαν όλα δεν είχε γίνει κάτι ιδιαίτερο στην αρχή. Είχα γυρίσει από τον γιατρό, γιατί με ταλαιπωρεί η πίεσή μου. Του είχα αφήσει στο τραπέζι ένα χαρτί από το φαρμακείο και του είπα ότι αυτόν τον μήνα δεν θα μπορούσα να του δώσω άλλα χρήματα. Είχα πληρώσει ΕΝΦΙΑ, φάρμακα και έναν λογαριασμό ρεύματος που είχε ξεφύγει.
Δεν φώναξα. Το είπα σχεδόν ψιθυριστά.
Εκείνος σηκώθηκε από τον καναπέ. Δεν ήταν μεθυσμένος, δεν μπορώ να του βρω αυτή τη δικαιολογία. Άρχισε να λέει ότι τον πετάω στον δρόμο, ότι είμαι άχρηστη μάνα, ότι ο πατέρας του, αν ζούσε, θα με έβαζε στη θέση μου. Με πλησίασε πολύ. Μύριζε τσιγάρο και καφέ.
Όταν πήγα να περάσω από δίπλα του για να μπω στο δωμάτιό μου, μου άρπαξε τον καρπό. Δεν με χτύπησε. Αλλά με έσφιξε και με τράβηξε πίσω.
«Δεν θα μου κάνεις εσύ κουμάντο», είπε.
Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα κλειδωμένη στο δωμάτιό μου. Άκουγα ντουλάπια να ανοίγουν, κάτι να πέφτει στην κουζίνα, μετά σιωπή. Κάποια στιγμή έβαλα τα παπούτσια μου χωρίς να ανάψω φως και βγήκα από το σπίτι. Κατέβηκα τις σκάλες και κάθισα σε ένα παγκάκι απέναντι, με τη ζακέτα πάνω από την πιτζάμα.
Πήρα τη Δανάη. Δεν είχα κανέναν άλλον που να ήθελα να ακούσω εκείνη την ώρα. Μου απάντησε αμέσως. Δεν με ρώτησε πολλά. Μου είπε μόνο να μην ξαναμπώ μόνη αν φοβάμαι και ήρθε με το αυτοκίνητό της.
Την επόμενη μέρα μίλησα με έναν δικηγόρο, ύστερα από προτροπή της. Δεν ήθελα να κάνω καταγγελία τότε. Ήθελα απλώς να ξέρω τι μπορώ να κάνω στο δικό μου σπίτι. Με βοήθησε να αλλάξω κλειδαριά όταν ο Στέλιος έφυγε για δύο μέρες σε έναν φίλο του. Τα ρούχα και τα πράγματά του τα βάλαμε σε κούτες. Τα παρέλαβε ο ίδιος, με δύο ξαδέρφια του, χωρίς να με κοιτάξει.
Μου έστειλε μετά μηνύματα που δεν μπορώ ακόμη να ξαναδιαβάσω. Άλλα ήταν θυμωμένα, άλλα έλεγαν ότι τον εγκατέλειψα. Για εβδομάδες ξυπνούσα με την ιδέα ότι θα χτυπήσει το κουδούνι και θα μπει μέσα.
Η Δανάη έρχεται συχνά για καφέ. Μερικές φορές φέρνει τυρόπιτα από τον φούρνο της γειτονιάς της, άλλες καθόμαστε απλώς στο μπαλκόνι και μιλάμε για άσχετα πράγματα. Δεν λέμε συνέχεια για τον Στέλιο. Νομίζω πως κι εκείνη κουράστηκε να ζει μέσα σε αυτόν τον άνθρωπο, έστω κι αν τον άφησε χρόνια πριν από μένα.
Δεν έχω πάψει να αγαπώ τον γιο μου. Αυτό είναι το πιο μπερδεμένο. Μου λείπει ο παλιός, ή ίσως μου λείπει η ιδέα που είχα για εκείνον. Όμως τώρα κλειδώνω την πόρτα το βράδυ και δεν κοιμάμαι με το κινητό κάτω από το μαξιλάρι.
Το έχω αφήσει στο κομοδίνο, δίπλα στο ποτήρι με το νερό. Για την ώρα, αυτό μου φαίνεται αρκετό.