«Μου είπε πως ήταν μόνο για τα χαρτιά» — και λίγο αργότερα κατάλαβα ότι το σπίτι όπου μεγάλωσα δεν ήταν πια δικό μου

Δεν μπορώ να μπω ακόμα στο σπίτι της μάνας μου χωρίς να κοιτάξω πρώτα το χαλάκι στην πόρτα. Είναι το ίδιο ξεθωριασμένο, με κάτι μπλε λουλούδια που ποτέ δεν μου άρεσαν. Η μάνα μου το τίναζε κάθε Σάββατο από το μπαλκόνι και φώναζε στη Ράνια, την αδελφή μου, να μην αφήνει τα παπούτσια στη μέση.

Τώρα η Ράνια δεν περνάει ούτε απ’ έξω.

Η μάνα μας πέθανε πριν από ενάμιση χρόνο, τον Νοέμβρη. Εγώ είμαι 48, οδηγός σε εταιρεία με τρόφιμα, παντρεμένος παλιά, χωρισμένος εδώ και τέσσερα χρόνια. Η Ράνια είναι 44, δουλεύει σε φαρμακείο στη Νίκαια και έχει δύο παιδιά. Δεν ήμασταν από τα αδέλφια που μιλούσαν κάθε μέρα, αλλά ήμασταν κοντά με τον δικό μας τρόπο. Αν χρειαζόμουν χρήματα μέχρι να πληρωθώ, ήξερα ότι θα μου έστελνε κάτι. Αν έπρεπε να πάω τη μάνα μας σε γιατρό και είχα δρομολόγιο, θα έφευγε εκείνη νωρίτερα από τη δουλειά.

Όταν η μάνα μας έμεινε μόνη, μετά τον θάνατο του πατέρα, εκείνη κράτησε το σπίτι. Ένα παλιό διαμέρισμα στην Κοκκινιά, δεύτερος χωρίς ασανσέρ, με υγρασία στον μικρό τοίχο της κουζίνας. Δεν είχε μεγάλη εμπορική αξία τότε, ούτε τώρα νομίζω πως είναι κανένα παλάτι. Αλλά ήταν το σπίτι μας. Εκεί διαβάζαμε με το καλοριφέρ που δεν ζέσταινε ποτέ καλά. Εκεί γυρνούσα όταν χώρισα και κοιμήθηκα για δύο μήνες στον καναπέ, μέχρι να βρω γκαρσονιέρα.

Η μάνα μου είχε πει κάποτε, μπροστά και στους δυο μας: «Εσείς να τα βρείτε. Μη σας χαλάσει ένα σπίτι.»

Το είπε χαμογελώντας, σαν να μιλούσε για κάτι απλό. Εγώ τότε είπα «σιγά, ρε μάνα, τι λες τώρα» και η Ράνια της έκανε νόημα να μην ανοίγει τέτοιες κουβέντες.

Μετά την κηδεία, δεν ασχοληθήκαμε αμέσως. Υπήρχαν λογαριασμοί, το ΙΚΑ, κάτι χαρτιά, τα ρούχα της που κανείς δεν άντεχε να πιάσει. Η Ράνια πήρε τη ραπτομηχανή της, επειδή ήξερε να τη χρησιμοποιεί. Εγώ κράτησα το παλιό ραδιόφωνο του πατέρα μου. Δεν υπήρχε ένταση.

Τον Φεβρουάριο, μου είπε ότι είχε μιλήσει με συμβολαιογράφο.

«Για να τακτοποιηθούν τα βασικά», είπε. «Επειδή τα παιδιά είναι μικρά και τρέχω, να μη μείνουν πίσω τα χαρτιά.»

Της είπα να κάνει ό,τι χρειάζεται. Δεν ρώτησα παραπάνω. Αυτό είναι το σημείο που με τρώει περισσότερο. Όχι ότι δεν ήξερα από διαδικασίες, αλλά γιατί δεν πέρασε καν από το μυαλό μου ότι χρειαζόταν να προσέχω την αδελφή μου.

Δύο μήνες μετά, με πήρε ένας γνωστός μεσίτης από τη γειτονιά. Δεν ήμασταν φίλοι, αλλά γνωριζόμαστε χρόνια.

«Στέλιο, συγγνώμη που σε παίρνω. Μήπως πουλάτε το σπίτι της κυρίας Δήμητρας;»

Γέλασα. Του είπα ότι μάλλον μπερδεύτηκε.

Μου είπε πως είχε δει το ακίνητο σε αγγελία και πως το είχε αναλάβει γραφείο που συνεργάζεται μαζί του. Μου έστειλε το link. Η αγγελία είχε φωτογραφίες από το σαλόνι μας. Το σεμεδάκι της μάνας μου ήταν ακόμη πάνω στην τηλεόραση. Στην περιγραφή έγραφε «φωτεινό διαμέρισμα, ιδανικό για επένδυση».

Κάλεσα τη Ράνια τρεις φορές. Δεν απάντησε. Το βράδυ με πήρε πίσω.

«Θα στο έλεγα», είπε αμέσως.

«Τι ακριβώς θα μου έλεγες;»

Στην αρχή μιλούσε γρήγορα. Μου εξήγησε ότι είχε γίνει αποδοχή, ότι υπήρχε ένα παλιό χρέος της μάνας μας προς την εφορία που δεν ξέραμε, ότι εκείνη είχε βάλει χρήματα για έξοδα, δικηγόρο, συμβολαιογράφο. Μετά είπε πως δεν είχε σκοπό να με αφήσει χωρίς τίποτα. Απλώς, όπως το παρουσίασε, το σπίτι είχε περάσει προσωρινά στο όνομά της «για να προχωρήσουν όλα πιο εύκολα».

«Προσωρινά; Και το έβγαλες πώληση;» τη ρώτησα.

Σιώπησε λίγο. Μετά είπε πως ο άντρας της είχε μείνει χωρίς δουλειά αρκετούς μήνες, πως χρωστούσαν δόσεις, πως το μεγάλο παιδί έκανε φροντιστήριο και δεν έβγαιναν. Αυτά τα ήξερα. Δεν ήξερα πόσο άσχημα ήταν, αλλά ήξερα.

Της είπα ότι αν χρειαζόταν βοήθεια, θα βρίσκαμε λύση. Μου απάντησε κάτι που με πείραξε, ίσως γιατί είχε αλήθεια μέσα του.

«Με τι βοήθεια, Στέλιο; Με τα 150 ευρώ που μπορείς να δίνεις όποτε σου περισσεύουν; Δεν φτάνουν.»

Θύμωσα. Της είπα ότι δεν είχε δικαίωμα να αποφασίσει μόνη της. Εκείνη είπε ότι δεν της έδωσα ποτέ την εντύπωση πως θα αναλάμβανα κάτι πραγματικά. Στο τέλος φώναζα, κι ας είχα πει στον εαυτό μου ότι δεν θα φωνάξω. Της είπα πως με έκλεψε.

Δεν μου ξαναμίλησε για σχεδόν τρεις εβδομάδες.

Πήγα σε δικηγόρο. Μου είπε πως έπρεπε να δει όλα τα έγγραφα και ότι, αν είχαν γίνει πράγματα χωρίς τη συναίνεσή μου, υπήρχαν τρόποι να κινηθώ. Η λέξη «κινηθώ» μου φάνηκε παράξενη. Σαν να μιλούσαμε για ξένο άνθρωπο. Την ίδια μέρα, αγόρασα ψωμί, καφέ και τροφή για τη γάτα μου και μετά κάθισα στο αυτοκίνητο έξω από το σπίτι της Ράνιας χωρίς να χτυπήσω κουδούνι.

Είδα τον μικρό της γιο να κατεβαίνει με τη φόρμα του ποδοσφαίρου. Μου έκανε ένα αμήχανο χαιρετισμό από μακριά. Δεν ξέρω τι του είχε πει η μάνα του. Δεν ξέρω καν αν ξέρει κάτι.

Τελικά έστειλα εξώδικο. Δεν το λέω περήφανα. Το έκανα γιατί εκείνο το βράδυ, μετά τη δεύτερη συζήτηση με δικηγόρο, κατάλαβα ότι αν δεν αντιδρούσα, θα έμενα για πάντα με την αίσθηση ότι συμφώνησα σιωπηλά να με σβήσουν. Η πώληση πάγωσε. Η Ράνια με πήρε τότε και έκλαιγε, αλλά δεν ήταν όπως παλιά που έκλαιγε και της έλεγα «εντάξει, θα το φτιάξουμε». Μου είπε ότι της κατέστρεψα τη μόνη λύση που είχε.

Της είπα ότι εκείνη κατέστρεψε πρώτη την εμπιστοσύνη μας.

Δεν ξέρω αν ήταν σωστό. Ξέρω μόνο ότι το πίστευα εκείνη τη στιγμή.

Τώρα περιμένουμε να τελειώσει η διαδικασία για να γίνει κανονική κατανομή. Ο δικηγόρος λέει πως πιθανότατα θα καταλήξουμε είτε να πουληθεί το σπίτι με συμφωνία είτε να αγοράσει ο ένας το μερίδιο του άλλου. Η Ράνια δεν έχει χρήματα να με αγοράσει. Εγώ δεν έχω χρήματα να την αγοράσω. Πολύ ελληνικό αδιέξοδο, θα έλεγε η μάνα μου και θα έβαζε καφέ.

Πριν από λίγες μέρες πήγα να πάρω κάτι κουτιά με παλιές φωτογραφίες. Η κλειδαριά είχε αλλαχτεί από τότε που μπήκαν κάτι υποψήφιοι αγοραστές για να το δουν. Η Ράνια είχε αφήσει το καινούριο κλειδί στη γειτόνισσα, χωρίς να μου το πει. Η κυρία Ελένη μου το έδωσε σχεδόν κρυφά και είπε μόνο: «Κρίμα, παιδάκια μου.»

Δεν απάντησα. Μπήκα μέσα, άνοιξα τα παντζούρια και κάθισα για λίγο στο σκαμπό της κουζίνας. Δεν πήρα τις φωτογραφίες εκείνη τη μέρα. Έβαλα το κλειδί στην τσέπη μου και έφυγα, γιατί σε μία ώρα έπρεπε να είμαι στη δουλειά.

Από τότε το έχω πάνω μου, μαζί με τα κλειδιά του βαν. Δεν ξέρω αν το κρατάω επειδή είναι δικαίωμά μου ή επειδή ακόμη περιμένω, χαζά ίσως, να με πάρει η Ράνια ένα απόγευμα και να μου πει κάτι άλλο από αυτά που λένε οι δικηγόροι.