Δεν με κάλεσαν στα γενέθλια του εγγονού μου και εκείνο το βράδυ κατάλαβα πόσο είχα πληγώσει το ίδιο μου το παιδί
«Μάνα, δεν θα έρθεις σήμερα. Καλύτερα όχι.»
Ο Στέλιος το είπε χαμηλόφωνα στο τηλέφωνο, αλλά το άκουσα σαν χαστούκι. Στεκόμουν στην κουζίνα μου με το ταψί στο χέρι, τις πατάτες ήδη αλατισμένες, το κοτόπουλο έτοιμο για τον φούρνο. Είχα πάρει και το δωράκι του μικρού, ένα κουτί με τουβλάκια και μια μπλούζα με τον Παναθηναϊκό, γιατί ο Μανωλάκης τρελαίνεται με τις φανέλες. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησα. Άκουγα μόνο την ανάσα του γιου μου και το ρολόι του τοίχου.
«Τι εννοείς δεν θα έρθω; Στα γενέθλια του παιδιού; Εγώ είμαι η γιαγιά του.»
«Το ξέρω. Αλλά δεν γίνεται άλλο έτσι.»
Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει.
«Έτσι πώς, Στέλιο; Επειδή σας λέω δυο πράγματα για το παιδί; Επειδή νοιάζομαι;»
Από την άλλη άκρη σιωπή. Και μετά η φωνή του, κουρασμένη, όχι θυμωμένη μόνο. Σπασμένη.
«Δεν είναι δυο πράγματα, μάνα. Είναι κάθε φορά. Για το τι τρώει, πότε κοιμάται, πώς τον ντύνει η Αθηνά, πώς καθαρίζουμε, τι αγοράζουμε, πού χαλάμε λεφτά. Μπαίνεις στο σπίτι και όλοι τεντωνόμαστε.»
Κάθισα στην καρέκλα χωρίς να το καταλάβω. Κρατήθηκα από το τραπέζι σαν να ζαλιζόμουν. Εγώ; Εγώ που μεγάλωσα μόνη μου δύο παιδιά, που δούλευα στα σπίτια και μετά γύριζα να τους μαγειρέψω, να τους πλύνω, να τους διαβάσω; Εγώ ήμουν βάρος;
Η αλήθεια είναι πως με την Αθηνά δεν ταιριάξαμε ποτέ. Από την αρχή τη θεωρούσα μαζεμένη, ψυχρή. Εγώ είμαι αλλιώς. Αν δω το παιδί ξυπόλητο, θα το πω. Αν δω άπλυτα πιάτα, θα μπω να τα κάνω. Αν δω ότι ο μικρός τρώει όλο μπισκότα και όχι φακές, θα μιλήσω. Στο δικό μου μυαλό αυτά ήταν φροντίδα. Στο δικό τους, ήταν εισβολή.
Το είχα καταλάβει κάποιες φορές, αλλά δεν ήθελα να το δεχτώ. Όταν πήγαινα σπίτι τους και η Αθηνά μάζευε αμέσως τα παιχνίδια που είχα απλώσει. Όταν της έλεγα «κάλυψέ τον, θα κρυώσει» κι εκείνη έσφιγγε το σαγόνι της και απαντούσε ξερά «ξέρω». Όταν ο Στέλιος άλλαζε θέμα κάθε φορά που άρχιζα να τους λέω ότι ξοδεύουν πολλά σε delivery ενώ με λίγες φακές και ένα ρύζι βγαίνει η βδομάδα.
Μα εγώ έβλεπα και πράγματα. Τον γιο μου αγχωμένο με τα δάνεια. Την Αθηνά εξαντλημένη. Το παιδί να κάνει ξεσπάσματα. Και νόμιζα πως αν βάλω τάξη, αν πω τη γνώμη μου, θα τους σώσω κάπως. Σαν να ήταν ακόμα είκοσι χρονών και να με είχαν ανάγκη.
Μόνο που δεν ήταν.
Το απόγευμα πήγα από το σπίτι τους έτσι κι αλλιώς. Ναι, το έκανα. Μπορεί να ήταν λάθος, αλλά εκείνη την ώρα δεν άντεχα αλλιώς. Ανέβηκα με το ταψί, με το δώρο, με μια ελπίδα ότι από κοντά θα μαλάκωνε η κατάσταση.
Μου άνοιξε ο Στέλιος και δεν χαμογέλασε καν. Πίσω του άκουγα παιδικές φωνές, μουσική, μπαλόνια να σκάνε. Ο εγγονός μου ήταν εκεί, λίγα μέτρα μακριά, κι εγώ στεκόμουν στο κατώφλι σαν ξένη.
«Σου είπα να μην έρθεις.»
«Θα αφήσω μόνο το δώρο και το φαγητό.»
Η Αθηνά φάνηκε πίσω του κρατώντας πιάτα μιας χρήσης. Ήταν χλωμή. Τα μάτια της κόκκινα, λες και είχε κλάψει ή δεν είχε κοιμηθεί.
«Κυρία Ελένη, σήμερα θέλουμε ηρεμία. Σας παρακαλώ.»
Αυτό το “κυρία Ελένη” με αποτελείωσε. Όχι “μαμά”, όχι τίποτα. Σαν να ήμουν γειτόνισσα.
«Ηρεμία; Εγώ σας έφερα φαγητό για να μην τρέχετε, και μου μιλάτε έτσι; Όλα τα κάνω για εσάς. Όλα.»
Ο Στέλιος βγήκε έξω και έκλεισε την πόρτα πίσω του.
«Όχι, μάνα. Τα κάνεις για να έχεις έλεγχο. Και κάθε φορά μετά μαλώνουμε. Κάθε φορά. Η Αθηνά κλαίει, εγώ νευριάζω, το παιδί μας βλέπει να τσακωνόμαστε. Δεν αντέχουμε άλλο.»
Τον κοίταξα και για πρώτη φορά δεν έβλεπα το παιδί μου. Έβλεπα έναν άντρα κουρασμένο, στριμωγμένο ανάμεσα στη μάνα του και στην οικογένειά του. Έναν άντρα που δεν μου ζητούσε βοήθεια. Μου ζητούσε χώρο.
«Δηλαδή με διώχνετε;» ψιθύρισα.
«Σου βάζουμε όριο. Αν θες να είσαι στη ζωή μας, πρέπει να σταματήσεις να μας κρίνεις για όλα.»
Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα εκεί. Θυμάμαι μόνο ότι άφησα το ταψί κάτω, πάνω στο πατάκι της εισόδου. Το δώρο το κράτησα λίγο παραπάνω, σαν να μην ήθελα να το αποχωριστώ, και μετά το ακούμπησα κι αυτό. Από μέσα ακούστηκε ο Μανωλάκης να φωνάζει «μπαμπά, η τούρτα!» και μου ήρθε να ουρλιάξω.
Κατέβηκα τις σκάλες αργά γιατί έτρεμαν τα πόδια μου. Στο σπίτι άνοιξα την τηλεόραση για θόρυβο, όχι για να δω κάτι. Έβαλα και έκλαψα όπως είχα να κλάψω από τότε που πέθανε ο άντρας μου. Με λυγμούς, άσχημα, χωρίς αξιοπρέπεια.
Τις επόμενες μέρες ήθελα να πάρω τηλέφωνο, να απολογηθώ, να θυμώσω, να τους πω ότι είναι αχάριστοι. Τα ήθελα όλα μαζί. Αλλά δεν πήρα. Κι εκεί, μέσα στη σιωπή, άρχισα να θυμάμαι. Τη φάτσα της Αθηνάς όταν της ξαναδίπλωνα τα ρούχα γιατί «έτσι είναι το σωστό». Τον Στέλιο να μου λέει «άσ’ το, μάνα» κι εγώ να συνεχίζω. Το πώς έπαιρνα τον μικρό αγκαλιά και έλεγα μπροστά τους «έλα στη γιαγιά που ξέρει». Σαν να μην ήξεραν εκείνοι.
Πόση αγάπη μπορεί να κρύβει μέσα της και τόση αλαζονεία, ε;
Πέρασαν τρεις εβδομάδες μέχρι να στείλω μήνυμα. Μόνο αυτό: «Στέλιο, έχεις δίκιο σε πολλά. Θα προσπαθήσω. Όταν θελήσετε, είμαι εδώ.» Δεν απάντησε αμέσως. Το βράδυ έστειλε μια φωτογραφία του Μανωλάκη να κρατά το δώρο μου. Χωρίς λόγια. Αλλά για μένα ήταν κάτι.
Τώρα μαθαίνω να σωπαίνω. Δύσκολο πράγμα. Να πας να πεις «βάλε ζακέτα» και να το καταπιείς. Να δεις ακαταστασία και να μην απλώσεις χέρι. Να αγαπάς χωρίς να πνίγεις. Δεν μου βγαίνει πάντα. Είμαι άνθρωπος, και μάνα, και γιαγιά, και κάποιες φορές τα μπερδεύω ακόμα.
Αλλά αν θέλω να με ξαναφωνάξει ο εγγονός μου στο σπίτι του με χαρά, πρέπει πρώτα να μάθω να χτυπάω την πόρτα και μέσα μου, όχι μόνο τη δική τους.
Πείτε μου, εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Η αγάπη πότε γίνεται βάρος χωρίς να το καταλάβεις;