«Δεν είμαι ΜΚΟ»: Όταν άνοιξα το σπίτι μου για να βοηθήσω και βρέθηκα να φοβάμαι για τη δική μου ζωή
«Αν είναι να μου το πετάς κάθε μέρα, πες το καθαρά να φύγω», μου είπε και άφησε κάτω το φλιτζάνι τόσο δυνατά που πετάχτηκε ο καφές στο τραπεζομάντηλο.
Και εκεί κάπως λύγισα. Γιατί δεν της το «πέταγα κάθε μέρα». Για την ακρίβεια, για μήνες δεν έλεγα τίποτα, ενώ μέσα μου έβραζα.
Πριν από οχτώ μήνες, η αδερφή μου χώρισε. Όχι ήρεμα. Έφυγε από το σπίτι που νοίκιαζε με τον πρώην της, δεν είχε στην άκρη λεφτά, και η δουλειά της σε ένα κατάστημα ρούχων στο εμπορικό είχε γίνει τετράωρο. Με πήρε κλαίγοντας και μου είπε: «Δώσε μου δυο εβδομάδες μόνο, μέχρι να βρω κάτι».
Εγώ μένω σε δυάρι στο Περιστέρι με τον γιο μου. Ο πρώην μου δίνει διατροφή όποτε θυμηθεί, το στεγαστικό τρέχει, και δουλεύω σε φαρμακαποθήκη στον Ασπρόπυργο με ωράριο που αλλάζει κάθε λίγο. Δεν είμαι άνετη. Αλλά εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα ότι αν δεν βοηθήσω εγώ, ποιος;
Της είπα «έλα». Και στην αρχή πραγματικά το πίστευα. Στρώσαμε ένα ράντζο στο σαλόνι, της έδωσα χώρο στη ντουλάπα, της είπα να μη ντρέπεται. Η μητέρα μου μάλιστα μου έλεγε: «Καλά έκανες, αίμα σου είναι». Ο πατέρας μου πιο μαζεμένος: «Βοήθα, αλλά βάλε από την αρχή ένα πλαίσιο». Δεν έβαλα.
Αυτό ήταν το πρώτο μου λάθος.
Οι δυο εβδομάδες έγιναν μήνας. Μετά δύο. Στην αρχή έφερνε κάτι ψώνια από το σούπερ μάρκετ, πλήρωνε καμιά φορά τους καφέδες, έλεγε «μόλις πληρωθώ θα σου δώσω για λογαριασμούς». Μετά άρχισαν τα «δεν βγήκα αυτόν τον μήνα», «μου κράτησαν κάτι στην κάρτα», «έχω και τη δόση». Εγώ δεν πίεζα. Ντρεπόμουν. Σκεφτόμουν, άνθρωπος σε δυσκολία είναι.
Αλλά όσο δεν μιλούσα, τόσο άπλωνε. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Άφηνε πράγματα παντού, μαγείρευα και ερχόμουν σπίτι να βρω την κουζίνα χάλια, χρησιμοποιούσε το αμάξι μου «μόνο για μια δουλειά» και το γύριζε με το λαμπάκι βενζίνης αναμμένο. Το χειρότερο όμως ήταν με τον γιο μου. Όχι κάτι κακό, αλλά είχε αρχίσει να νιώθει ξένος μέσα στο σπίτι του. Μου είπε μια μέρα: «Μαμά, πότε θα κοιμηθώ πάλι στο σαλόνι να δούμε ταινία μόνοι μας;» Και με τρύπησε.
Εκεί πάλι δεν μίλησα σωστά. Αντί να της πω καθαρά ότι πρέπει να βρει λύση, άρχισα τα πικρόχολα. «Μην αφήνεις έτσι τα πράγματα». «Κλείσε λίγο το θερμοσίφωνο». «Αν μπορείς, πάρε χαρτιά υγείας». Μικρά, σπαστά, με ύφος. Δηλαδή ό,τι πιο παθητικοεπιθετικό.
Το δεύτερο μεγάλο μου λάθος.
Η αδερφή μου από τη μεριά της δεν ήταν ακριβώς αχάριστη όπως λένε μερικοί εύκολα. Έκανε και πράγματα. Έπαιρνε τον μικρό από το ΚΔΑΠ κάποιες μέρες όταν κόλλαγα στην κίνηση, είχε πάει τη μητέρα μου σε γιατρό δύο φορές, μαγείρευε καμιά φορά. Αλλά όλα αυτά γίνονταν λες και συμψήφιζε μια κατάσταση που ποτέ δεν συμφωνήσαμε. Σαν να λέγαμε σιωπηλά «μένεις, αλλά βοηθάς». Μόνο που εγώ μέσα μου δεν το έβλεπα έτσι. Εγώ το έβλεπα σαν προσωρινή χάρη που είχε παραγίνει.
Το θέμα έσκασε από έναν λογαριασμό ΔΕΗ. Ήρθε πολύ πάνω απ’ ό,τι συνήθως και της είπα ήρεμα, αλήθεια ήρεμα αυτή τη φορά: «Πρέπει να βάλεις κάτι στα σταθερά έξοδα, γιατί δεν βγαίνω». Και μου απάντησε: «Να βάλω, αλλά να ξέρω κι εγώ ότι δεν θα μου το χτυπάς συνέχεια λες και κάθομαι τζάμπα».
Της λέω: «Μένεις εδώ οχτώ μήνες». Μου λέει: «Επειδή δεν με βοηθάει κανείς άλλος». Της λέω: «Κι εγώ ποιος είμαι;» Μου λέει: «Εσύ το κάνεις και μετά με κάνεις να νιώθω βάρος».
Και είχε άδικο; Δεν ξέρω. Γιατί την αλήθεια δεν την είχα πει όταν έπρεπε. Έκανα την καλή, την ανεκτική, τη μεγάλη αδερφή που “τα χωράει”, και μετά μάζευα θυμό.
Μετά ειπώθηκαν κι άλλα. Μου πέταξε ότι από τότε που χώρισα έχω γίνει «μετρημένη με όλους». Της είπα ότι ζει σαν να είναι ακόμα 25 και πάντα κάποιος θα τη μαζεύει. Μου είπε ότι ζηλεύω που εκείνη, παρά τα χάλια της, προσπαθεί να ξανασταθεί. Της είπα ότι προσπαθεί, αλλά όχι αρκετά για να φύγει από την ασφάλεια του έτοιμου σπιτιού.
Το πιο δύσκολο ήταν όταν μπήκε στη μέση η μητέρα μου. Με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: «Μην την πετάξεις έξω, πού θα πάει;» Αυτή η έκφραση, «να την πετάξεις έξω», με τρέλανε. Λες και εγώ είμαι κανένα τέρας. Της είπα: «Εσύ γιατί δεν την παίρνεις;» Και μου απάντησε το κλασικό: «Εμείς με τον πατέρα σου δεν χωράμε, έχουμε και τα προβλήματά μας». Δηλαδή εγώ χωράω πάντα επειδή δεν λέω όχι;
Πριν τρεις μέρες κάτσαμε επιτέλους κάτω οι δυο μας. Χωρίς φωνές. Της είπα ότι μέχρι τέλος του επόμενου μήνα πρέπει να έχει βρει είτε συγκατοίκηση είτε γκαρσονιέρα, και μέχρι τότε να δίνει ένα σταθερό ποσό για λογαριασμούς και σούπερ μάρκετ. Δεν της είπα κάτι παράλογο. Εκείνη έκλαψε και μου είπε: «Περίμενα από σένα λίγο παραπάνω χρόνο». Της είπα: «Σου έδωσα οχτώ μήνες και τον εαυτό μου μαζί». Το εννοούσα όπως βγήκε.
Από τότε στο σπίτι έχει παγώσει η ατμόσφαιρα. Μιλάμε μόνο για τα απαραίτητα. Ο γιος μου το καταλαβαίνει. Εγώ νιώθω και ανακούφιση και ενοχή μαζί. Ανακούφιση γιατί επιτέλους έβαλα ένα όριο. Ενοχή γιατί ίσως το όριο αυτό έπρεπε να το είχα βάλει από την πρώτη εβδομάδα και όχι αφού πρώτα γέμισα πίκρα.
Δεν ξέρω αν τελικά ήμουν καλή ή απλώς ήθελα να νιώθω καλή. Και δεν ξέρω αν εκείνη με εκμεταλλεύτηκε ή απλώς βολεύτηκε εκεί που εγώ δεν ξεκαθάρισα τίποτα.
Εσείς πείτε μου: από ποιο σημείο και μετά η βοήθεια σε δικό σου άνθρωπο σταματάει να είναι στήριξη και γίνεται αυτοκαταστροφή;