Η μέρα που έφυγα από το σπίτι μας και από τη σκιά της πεθεράς μου
«Αυτό το σπίτι, Ελένη, μην ξεχνάς ποια το πλήρωσε».
Το είπε μπροστά σε όλους, με το ποτήρι στο χέρι, λες και έκανε πρόποση. Η πεθερά μου, η κυρία Μαρία, στεκόταν δίπλα στο τραπέζι της κουζίνας κι εγώ ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει. Ήταν Κυριακή, είχαμε καλέσει τους δικούς της για φαγητό, και για μια στιγμή πάγωσαν μέχρι και τα πιρούνια.
Γύρισα και κοίταξα τον άντρα μου. Τον Γιώργο. Περίμενα έστω ένα «μαμά, φτάνει». Ένα βλέμμα. Κάτι. Εκείνος χαμήλωσε τα μάτια και έπαιζε με το ψωμί στο πιάτο του σαν μικρό παιδί που δεν θέλει να μπλέξει.
Εκεί κατάλαβα ότι είχα μείνει μόνη μου.
Όταν παντρεύτηκα τον Γιώργο, πίστευα ότι ήμουν τυχερή. Ήσυχος, καλός, δουλευταράς. Δεν ήταν άνθρωπος των εντάσεων. Αυτό τότε μου φαινόταν ωριμότητα. Μετά κατάλαβα ότι ήταν φυγή. Ό,τι τον δυσκόλευε, το έλεγε «μη δίνεις σημασία». Ό,τι με πλήγωνε, το βάφτιζε «παρεξήγηση».
Το διαμέρισμα που πήραμε στο Περιστέρι ήταν η αρχή όλων. Μικρό, δεύτερος όροφος, παλιό αλλά φωτεινό. Εγώ το αγάπησα από την πρώτη μέρα. Μόνο που για να το αγοράσουμε, η μητέρα του έβαλε ένα μεγάλο ποσό. «Για να ξεκινήσετε», μας είπε. Το είπε γλυκά. Σχεδόν συγκινητικά. Δεν ήξερα ότι μαζί με τα λεφτά έδινε και αόρατα κλειδιά για κάθε πόρτα της ζωής μας.
Από την πρώτη εβδομάδα άρχισαν τα μικρά. Πολύ μικρά, θα πει κάποιος. «Γιατί έβαλες τον καναπέ εκεί;» «Αυτές οι κουρτίνες είναι πένθος». «Μη μαγειρεύεις φακές κάθε εβδομάδα, ο Γιώργος δεν τις χωνεύει». Το χειρότερο δεν ήταν τι έλεγε. Ήταν ότι έμπαινε χωρίς να ρωτήσει. Είχε κρατήσει αντικλείδι. Ο Γιώργος το ήξερε.
«Έλα μωρέ, μάνα μου είναι», μου έλεγε.
«Κι εγώ ποια είμαι; Ενοικιάστρια;» του απαντούσα.
Κουνούσε το κεφάλι, κουρασμένος πριν καν μιλήσουμε.
«Το κάνεις μεγάλο θέμα, Ελένη.»
Μετά ήρθαν τα χειρότερα. Άνοιγε ντουλάπια. Δίπλωνε ξανά τα ρούχα μου γιατί «δεν ξέρεις να οργανώνεις σπίτι». Άφηνε σημειώματα στον πάγκο. Μια φορά πέταξε μια μπλούζα μου και είπε ότι ήταν «ξετσίπωτη για παντρεμένη γυναίκα». Όταν διαμαρτυρήθηκα, με κοίταξε με εκείνο το ήρεμο, παγωμένο ύφος της.
«Αν δεν σου αρέσει, να μου επιστρέψετε τα λεφτά».
Το είπε απλά. Σαν να ζητούσε το αλάτι.
Εγώ δούλευα σε φαρμακείο τότε, με μισθό που δεν έφτανε ούτε για αέρα. Ο Γιώργος είχε περάσει και μια περίοδο ανεργίας. Λογαριασμοί, δόσεις, σούπερ μάρκετ με κομπιουτεράκι στο χέρι. Πόσες φορές έκανα κύκλους στους διαδρόμους και άφηνα πίσω πράγματα που χρειαζόμασταν; Και μέσα σε όλα, να πρέπει να νιώθω και ευγνωμοσύνη. Μόνιμα. Υποχρεωμένη.
Κάποτε έμεινα έγκυος. Δεν το είχα πει σχεδόν σε κανέναν. Το έμαθε πρώτη εκείνη, γιατί βρήκε τις εξετάσεις στο συρτάρι. Ναι, τόσο απλά. Μπήκε σπίτι ενώ ήμουν στη δουλειά. Το βράδυ με περίμενε στον καναπέ.
«Τώρα να δούμε αν θα το μεγαλώσεις σωστά, γιατί είσαι λίγο στον κόσμο σου».
Δεν άντεξα.
«Μην ξαναψάξεις τα πράγματά μου!» της φώναξα.
Ο Γιώργος πετάχτηκε αμέσως.
«Καλά, γιατί της μιλάς έτσι;»
Εκεί έσπασα για πρώτη φορά μπροστά του.
«Γιατί με πνίγει! Δεν το βλέπεις; Δεν το βλέπεις;»
Το μόνο που είπε ήταν: «Ηρέμησε, θα κάνεις κακό στο μωρό».
Έχασα εκείνη την εγκυμοσύνη στον τρίτο μήνα. Οι γιατροί δεν είπαν ποτέ ότι έφταιγε το άγχος. Ούτε εγώ μπορώ να το πω. Αλλά θυμάμαι ότι γύρισα σπίτι άδεια, με πόνο στο σώμα και στο κεφάλι, και η πεθερά μου μουρμούρισε στην κουζίνα ότι «αυτά συμβαίνουν όταν η γυναίκα είναι συνεχώς σε ένταση».
Ο Γιώργος είπε πως δεν το εννοούσε έτσι.
Πάντα αυτό έλεγε.
Το τελευταίο χτύπημα ήρθε σε ένα τραπέζι για τα γενέθλια του Γιώργου. Είχα μαγειρέψει από το πρωί. Είχα στολίσει, είχα τρέξει, είχα χαμογελάσει ενώ μέσα μου ήμουν κομμάτια. Και κάποια στιγμή, μπροστά σε φίλους, συγγενείς, μέχρι και στη γειτόνισσα από τον τρίτο, η Μαρία είπε γελώντας:
«Ευτυχώς που βάλαμε πλάτη εμείς, γιατί ο γιος μου μόνος του θα είχε μπλέξει… ούτε σπίτι ούτε σωστή γυναίκα θα είχε βρει».
Ακούστηκαν κάτι αμήχανα γελάκια. Εκείνη συνέχισε.
«Ε, ας τα λέμε κι αυτά. Μερικές γυναίκες έρχονται έτοιμες, άλλες τις φτιάχνεις».
Με κοίταζε. Κατευθείαν. Σαν χαστούκι αργό.
Κοίταξα τον Γιώργο. Για τελευταία φορά, νομίζω, σαν γυναίκα του.
«Θα πεις κάτι;» του είπα.
Σήκωσε τους ώμους.
«Τώρα θα τα κάνουμε θέμα μπροστά στον κόσμο;»
Ένιωσα κάτι να παγώνει μέσα μου. Όχι θυμός. Κάτι πιο καθαρό. Τέλος.
Πήγα στο υπνοδωμάτιο, πήρα μια βαλίτσα και έβαλα μέσα ό,τι βρήκα μπροστά μου. Δυο παντελόνια, εσώρουχα, το φορτιστή, τα χαρτιά μου. Τα χέρια μου έτρεμαν τόσο που έπεσαν κάτω τα καλλυντικά. Η Μαρία στεκόταν στην πόρτα.
«Μην κάνεις θέατρο», μου είπε σιγανά.
Την κοίταξα και για πρώτη φορά δεν φοβήθηκα καθόλου.
«Θέατρο ήταν αυτά τα χρόνια. Τώρα φεύγω στ’ αλήθεια.»
Ο Γιώργος ήρθε πίσω μου στο ασανσέρ.
«Πού θα πας βραδιάτικα;»
«Εκεί που δεν θα μου ψάχνουν τα συρτάρια.»
«Υπερβάλλεις.»
Γέλασα. Πικρά, άσχημα, όπως γελάει ο άνθρωπος όταν έχει περάσει το όριο.
«Όχι, Γιώργο. Απλώς άργησα.»
Έμεινα για λίγο στη φίλη μου τη Σταυρούλα στον Κορυδαλλό. Κοιμόμουν στον καναπέ της και ξυπνούσα χωρίς σφίξιμο στο στήθος. Αυτό μόνο έφτανε για να καταλάβω ότι είχα κάνει το σωστό. Μετά βρήκα ένα μικρό στο Αιγάλεω. Παλιό, με υγρασία στον διάδρομο και κουζίνα σαν κουτί. Αλλά ήταν δικό μου. Δικό μου με την αλήθεια μου, όχι με αντάλλαγμα την υποταγή.
Ο Γιώργος με πήρε πολλές φορές τηλέφωνο. «Να το συζητήσουμε». «Η μάνα μου είναι μεγάλος άνθρωπος, δεν αλλάζει». «Μη διαλύσουμε το σπίτι για παρεξηγήσεις». Ακόμα και τότε, πάλι το ίδιο. Παρεξήγηση. Λες και δεν έζησα όσα έζησα. Λες και δεν ένιωθα κάθε μέρα να μικραίνω.
Έκανα αίτηση διαζυγίου έξι μήνες μετά. Όταν το έμαθε η πεθερά μου, είπε ότι είμαι αχάριστη. Ίσως. Αν αξιοπρέπεια σημαίνει αχαριστία, τότε ναι, είμαι.
Δεν έφυγα επειδή με μισούσε εκείνη. Έφυγα επειδή εκείνος με έβλεπε να λυγίζω και διάλεγε τη σιωπή. Και η σιωπή, καμιά φορά, πονάει πιο πολύ κι από την προσβολή.
Πείτε μου ειλικρινά: πόσο πρέπει να αντέξει ένας άνθρωπος για να μην τον πουν υπερβολικό;
Και εσείς θα μένατε σε ένα σπίτι που σας θύμιζε κάθε μέρα ότι δεν σας ανήκει ούτε η φωνή σας;