«Μας χρωστάς ευγνωμοσύνη, όχι εξηγήσεις», μου είπε η κουνιάδα μου όταν ζήτησα πίσω τα χρήματα που έβαλα για το σπίτι της πεθεράς μου
«Δηλαδή τώρα θα μας ζητήσεις και τα 3.000 ευρώ; Μετά από όλα όσα έκανε η μάνα μου για εσένα;» μου είπε η κουνιάδα μου μέσα στην κουζίνα της πεθεράς μου, μπροστά στον άντρα μου.
Εγώ είχα πάει απλώς να πω ότι δεν μπορώ άλλο να πληρώνω μόνη μου τα κοινόχρηστα, το ρεύμα και τα φάρμακα της πεθεράς μου. Τους τελευταίους οκτώ μήνες είχα δώσει συνολικά γύρω στα 3.000 ευρώ, όχι γιατί μου περίσσευαν. Δουλεύω σε φούρνο στη Νέα Ιωνία με βάρδιες, ο άντρας μου είναι οδηγός σε μεταφορική και έχουμε και έναν γιο που σπουδάζει στην Πάτρα. Απλώς φοβήθηκα ότι θα μπλέκαμε όλοι αν έμεναν απλήρωτα.
Η πεθερά μου είναι 76, παίρνει μικρή σύνταξη χηρείας και έχει ζάχαρο. Το διαμέρισμα που μένει είναι δικό της, παλιό, στα Πατήσια. Όταν πέθανε ο πεθερός μου, βγήκαν κάτι χρέη που κανείς δεν ήξερε ακριβώς: κάρτες, οφειλές στην εφορία, ένα δάνειο που είχε μείνει πίσω. Η κουνιάδα μου μένει στον Βόλο, έχει δύο παιδιά και λέει πως δεν μπορεί να βοηθήσει οικονομικά. Δεν την κατηγορώ. Και εκείνη παλεύει.
Ο άντρας μου από την αρχή έλεγε: «Ας τη στηρίξουμε λίγο μέχρι να ρυθμίσει τα πράγματα. Μάνα μου είναι». Κι εγώ είπα ναι. Δεν μπορούσα να τον βλέπω να έχει τύψεις, ούτε να αφήσουμε μια ηλικιωμένη γυναίκα χωρίς θέρμανση τον χειμώνα.
Το λάθος μου ήταν ότι δεν έβαλα όριο από την αρχή. Πλήρωνα έναν λογαριασμό, μετά άλλον, μετά τον λογιστή για τη ρύθμιση. Έλεγα “θα τα βρούμε αργότερα”. Μόνο που το αργότερα δεν ερχόταν ποτέ.
Πριν από δύο μήνες, η πεθερά μου αποφάσισε να κάνει γονική παροχή το σπίτι στα δύο παιδιά της. Το έμαθα τυχαία, όταν ο άντρας μου μου ζήτησε το εκκαθαριστικό μας για τον συμβολαιογράφο. Του είπα: «Ποια γονική παροχή; Αφού ακόμα πληρώνουμε τα χρέη του σπιτιού».
Μου απάντησε χαμηλόφωνα: «Η μάνα θέλει να είναι όλα τακτοποιημένα, μη γίνει τίποτα και τρέχουμε μετά».
«Και τα λεφτά που βάλαμε εμείς;» τον ρώτησα.
«Δεν τα βάλαμε για να τα πάρουμε πίσω», είπε.
Αυτό με πείραξε πιο πολύ απ’ όλα. Όχι επειδή περίμενα να μου επιστραφεί κάθε ευρώ άμεσα. Αλλά επειδή μιλούσε σαν να τα είχα δώσει μόνη μου, χωρίς να επηρεάζεται το δικό μας σπίτι. Είχαμε αφήσει πίσω τον ΕΝΦΙΑ μας και χρωστούσαμε δύο δόσεις στην κάρτα. Ο γιος μας ζητούσε χρήματα για το νοίκι στην Πάτρα κι εγώ του έλεγα να κάνει λίγη υπομονή.
Την περασμένη Κυριακή τους ζήτησα να καθίσουμε όλοι μαζί. Είπα πως, πριν προχωρήσει η γονική παροχή, θέλω τουλάχιστον να γραφτεί ότι όταν πουληθεί ή νοικιαστεί το σπίτι, θα πάρουμε πίσω όσα δώσαμε. Δεν ζήτησα να πάρουμε μεγαλύτερο μερίδιο. Ούτε να μείνει η πεθερά μου στον δρόμο. Ζήτησα μια στοιχειώδη συμφωνία.
Η πεθερά μου βούρκωσε. «Δηλαδή λες ότι σας εκμεταλλεύτηκα;» είπε.
Της απάντησα: «Όχι. Λέω ότι κουράστηκα να κάνω πως δεν έχουμε κι εμείς ανάγκες».
Η κουνιάδα μου τότε θύμωσε. «Εσύ πάντα ήθελες να ελέγχεις τα πάντα. Η μάνα μας σας κρατούσε το παιδί όταν ήταν μικρό, σας μαγείρευε, σας βοηθούσε όπως μπορούσε».
Και είχε δίκιο σε αυτό. Η πεθερά μου μας είχε βοηθήσει πολύ όταν ο γιος μας ήταν μικρός. Μας κρατούσε όποτε μπορούσε, ερχόταν με τα τάπερ, ήταν παρούσα σε δύσκολες στιγμές. Δεν μπορώ να κάνω ότι δεν έγιναν αυτά.
Αλλά της είπα πως η βοήθεια δεν γίνεται λογαριασμός που ανοίγει και κλείνει όποτε συμφέρει τον καθένα. Και ίσως το είπα άσχημα. Είχα μαζέψει τόσα μέσα μου που βγήκαν όλα μαζί.
Ο άντρας μου δεν μίλησε σχεδόν καθόλου. Στο αυτοκίνητο, γυρνώντας σπίτι, μου είπε: «Με έφερες απέναντι από την οικογένειά μου».
Του είπα: «Κι εγώ τι είμαι; Δεν είμαι η οικογένειά σου;»
Από τότε μιλάμε μόνο για τα βασικά. Η πεθερά μου με πήρε μία φορά τηλέφωνο και είπε ότι δεν θέλει να χαλάσουμε για λεφτά. Της είπα πως ούτε εγώ το θέλω. Αλλά δεν μπορώ να συνεχίσω να δίνω, να σωπαίνω και μετά να νιώθω άσχημα επειδή ζήτησα να με υπολογίσουν.
Μπορεί να έπρεπε να το είχα ξεκαθαρίσει απο την πρώτη μέρα. Μπορεί και να μην έπρεπε να ανακατέψω την αγάπη με τα χρήματα. Τώρα όμως νιώθω ότι, αν κάνω πάλι πίσω για να υπάρχει ησυχία, θα θυμώνω με όλους, ακόμα και με τον εαυτό μου.
Εσείς πού πιστεύετε ότι τελειώνει η γενναιοδωρία και αρχίζει η αυτοκαταστροφή;