Παραλίγο να φύγω από το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι όταν ο πατέρας μου έκρινε τη μέλλουσα γυναίκα μου μπροστά σε όλους
«Αν είναι να έρθει έτσι ντυμένη και με αυτά στα χέρια, καλύτερα να μην έρθει καθόλου». Αυτό μου είπε ο πατέρας μου στο τηλέφωνο, λίγες ώρες πριν το τραπέζι της Πρωτοχρονιάς, και εκεί έπρεπε να είχα καταλάβει τι θα ακολουθούσε.
Εγώ όμως έκανα αυτό που κάνω πάντα. Το υποτίμησα. Του είπα «μην αρχίζεις, είναι η γυναίκα που θα παντρευτώ» και το έκλεισα απότομα, λες και έτσι θα λυνόταν το θέμα μόνο του.
Με τη μέλλουσα γυναίκα μου είμαστε μαζί δυόμισι χρόνια. Δουλεύει σε στούντιο τατουάζ στο Περιστέρι. Έχει τατουάζ στα χέρια, στη λαιμόκοψη, σκουλαρίκι στη μύτη και γενικά δεν περνάει απαρατήρητη. Για μένα αυτά είναι το λιγότερο. Ξέρω πώς είναι σαν άνθρωπος: δουλευταρού, ευθεία, με σεβασμό, και πολλές φορές πιο συγκρατημένη από μένα. Αλλά την οικογένειά μου δεν την είχα προετοιμάσει σωστά. Τους είχα πει μόνο ότι θα έρθει η κοπέλα μου, ότι αρραβωνιαστήκαμε και ότι δουλεύει «σε καλλιτεχνικό χώρο». Ναι, το είπα έτσι. Από φόβο. Δεν είπα καθαρά ότι είναι tattoo artist, γιατί ήξερα τι αντιδράσεις θα είχα.
Οπότε, όταν μπήκαμε στο σπίτι των γονιών μου, όλα έσκασαν μαζί.
Η μητέρα μου πάγωσε λίγο μόλις την είδε, αλλά προσπάθησε να το κρατήσει. «Καλώς τη», είπε και πήγε να τη φιλήσει. Η αδερφή μου ήταν πιο άνετη. Ο πατέρας μου ούτε που σηκώθηκε αμέσως από την καρέκλα. Την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω και είπε: «Α, μάλιστα».
Εκείνη του άπλωσε το χέρι και είπε πολύ ήρεμα: «Χαίρω πολύ». Εκείνος της το έσφιξε, αλλά με αυτό το ύφος το γνωστό, το σφιγμένο, που ξέρεις ότι μέσα του βράζει.
Στην αρχή κάναμε ότι όλα είναι καλά. Κόψαμε βασιλόπιτα, βάλαμε σαλάτες, ήρθε και ο αδερφός μου με τη γυναίκα του, έπαιζε η τηλεόραση χαμηλά με την αλλαγή του χρόνου από πριν, τα κλασικά. Αλλά φαινόταν. Η μέλλουσα γυναίκα μου ένιωθε άβολα, εγώ νευρικός, η μητέρα μου να αλλάζει συνέχεια θέμα.
Το κακό ξεκίνησε όταν ο πατέρας μου τη ρώτησε τι δουλειά κάνει.
Τον κοίταξα, γιατί κατάλαβα ότι το κάνει επίτηδες. Πριν προλάβω να μιλήσω, εκείνη απάντησε μόνη της: «Έχω κάνει σχολές σχεδίου και τα τελευταία χρόνια δουλεύω ως tattoo artist».
Έπεσε μια σιωπή από αυτές που ακούς και το πιρούνι.
Ο πατέρας μου γέλασε ειρωνικά. «Δηλαδή κάνεις μουτζούρες στον κόσμο για επάγγελμα;»
Του είπα αμέσως: «Δεν χρειάζεται να μιλάς έτσι».
Εκείνος συνέχισε σαν να μην άκουσε τίποτα. «Και από αυτό ζείτε; Έχει μέλλον αυτό ή αύριο θα ψάχνεις να συντηρείς σπίτι;»
Η μέλλουσα γυναίκα μου κρατήθηκε πιο πολύ απ’ όσο θα κρατιόμουν εγώ. Του είπε ήρεμα: «Δουλεύω κανονικά, με ραντεβού, με ασφάλιση, κόβω αποδείξεις. Δεν ήρθα να σας πείσω για τη δουλειά μου, απλώς να γνωριστούμε».
Ο πατέρας μου τότε είπε το χειρότερο. «Άλλο να περνάει κανένα παιδί μια φάση κι άλλο να την παντρεύεσαι κιόλας. Ο κόσμος βλέπει.»
Εκεί θόλωσα. Του είπα: «Ο κόσμος να κοιτάξει τη δουλειά του. Εσύ κοίτα αν θες να έχεις σχέση με τον γιο σου».
Η μητέρα μου άρχισε το γνωστό «μη φωνάζετε βραδιάτικα», ο αδερφός μου μου έκανε νόημα να ηρεμήσω, αλλά εγώ ήδη είχα σηκωθεί από την καρέκλα.
Και τότε η μέλλουσα γυναίκα μου είπε κάτι που με σταμάτησε και ταυτόχρονα με έκανε να ντραπώ. «Άστο», μου λέει, «δεν είναι μόνο δικό του το πρόβλημα. Κι εσύ δεν τους είπες ποτέ ποια είμαι. Περίμενες να με δουν ξαφνικά και να το διαχειριστούν τέλεια».
Είχε δίκιο. Από την αρχή εγώ πήγαινα γύρω γύρω. Άλλα έλεγα στους δικούς μου, άλλα σε εκείνη. Στη μητέρα μου έλεγα «δώστε της μια ευκαιρία», αλλά δεν της είχα πει ποτέ καθαρά τι κάνει, πώς είναι, πώς ντύνεται, γιατί φοβόμουν τη γκρίνια. Και στη μέλλουσα γυναίκα μου έλεγα «μην αγχώνεσαι, θα σε λατρέψουν», λες και μιλούσα για άλλους ανθρώπους και όχι για τη δική μου οικογένεια.
Ο πατέρας μου εκεί το γύρισε σε μένα. «Άρα μας κορόιδευες τόσο καιρό; Ντρεπόσουν να πεις την αλήθεια;»
Και είχε κι αυτός ένα δίκιο εκεί, όσο κι αν δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Ναι, ντρεπόμουν όχι για εκείνη, αλλά για τη σύγκρουση. Και τελικά την έφερα ακριβώς έτσι όπως δεν έπρεπε: χωρίς κουβέντα, χωρίς προετοιμασία, λες και τους πέταξα βόμβα στο τραπέζι.
Μετά έγινε ένας χαμός. Ο πατέρας μου έλεγε ότι «δεν είναι αυτά για οικογένεια», εγώ του έλεγα ότι κρίνει άνθρωπο από τα τατουάζ, η αδερφή μου πετάχτηκε και είπε «λες και δεν υπάρχουν σοβαροί άνθρωποι με τατουάζ», η μητέρα μου ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα.
Κάποια στιγμή είπα: «Αν είναι να τη μειώνεις μέσα στο σπίτι, φεύγουμε τώρα και μην περιμένετε να ξανάρθω έτσι εύκολα».
Το εννοούσα. Πήγα να πάρω το μπουφάν μου. Η μέλλουσα γυναίκα μου σηκώθηκε κι εκείνη, αλλά όχι θεατρικά. Ήρεμα. Αυτό το ήρεμα ήταν που έκανε τους πάντες να παγώσουν.
Τότε μίλησε η μητέρα μου. «Κανείς δεν θα φύγει Πρωτοχρονιά από το σπίτι έτσι. Έγιναν λάθη απ’ όλους». Και κοίταξε πρώτα εμένα. «Εσύ μας το έφερες απότομα». Μετά κοίταξε τον πατέρα μου. «Κι εσύ μίλησες άσχημα».
Ο πατέρας μου δεν ζήτησε συγγνώμη αμέσως. Δεν είναι τέτοιος άνθρωπος. Αλλά είπε κάτι σαν: «Δεν μου είναι εύκολο. Άλλα έχω μάθει. Αλλά αν είναι η επιλογή σου, θα το δω».
Δεν ήταν όμορφο, δεν ήταν ζεστό, δεν ήταν αυτό που ήθελα να ακούσω. Αλλά ήταν το πρώτο βήμα που μπορούσε να κάνει εκείνη τη στιγμή.
Η μέλλουσα γυναίκα μου του απάντησε: «Δεν ζητάω να σας αρέσω απόψε. Μόνο να με κρίνετε όταν με γνωρίσετε».
Μετά καθίσαμε πάλι. Με δυσκολία, με παγωνιά ακόμα, αλλά καθίσαμε. Η συζήτηση πήγε αλλού. Σε κάποια φάση η αδερφή μου τη ρώτησε για ένα μικρό τατουάζ που ήθελε να κάνει και γέλασαν. Αργότερα η μητέρα μου της έβαλε και δεύτερο κομμάτι πίτα «να γλυκαθούμε λίγο». Ο πατέρας μου δεν έγινε άλλος άνθρωπος ξαφνικά, αλλά σταμάτησε τα σχόλια.
Τις επόμενες μέρες πήγα μόνος μου από το σπίτι των γονιών μου. Μίλησα πιο ήρεμα με τον πατέρα μου. Μου είπε ότι τρόμαξε, ότι στο μυαλό του όλα αυτά σημαίνουν αστάθεια, κουβέντες του κόσμου, άλλη ζωή από αυτή που φανταζόταν για μένα. Του είπα ότι κι εγώ φταίω που του το παρουσίαζα μισό μισό. Δεν συμφωνήσαμε σε όλα, αλλά τουλάχιστον μιλήσαμε σαν άνθρωποι.
Από τότε έχουν μαλακώσει τα πράγματα. Δεν θα πω ψέματα, δεν έγιναν ξαφνικά κολλητοί. Αλλά την ξανακάλεσαν για φαγητό, και αυτή τη φορά ο πατέρας μου τη ρώτησε για τη δουλειά της χωρίς ειρωνεία. Για τη μητέρα μου, νομίζω ότι πιο πολύ την ένοιαζε να μη χαθούμε σαν οικογένεια. Και η αλήθεια είναι ότι αν συνέχιζα να κρύβω πράγματα και να περιμένω από όλους να φερθούν ιδανικά, θα τα είχα διαλύσει μόνος μου.
Ακόμα με πειράζει εκείνο το πρώτο βράδυ, γιατί ένιωσα ότι έπρεπε να προστατεύσω τη γυναίκα μου και δεν το έκανα σωστά από την αρχή. Από την άλλη, βλέπω και ότι στην οικογένεια πολλές φορές δεν αρκεί να λες «αποδεχτείτε το», πρέπει και να αντέξεις τη δύσκολη κουβέντα χωρίς μισές αλήθειες.
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα φεύγατε εκείνο το βράδυ ή θα μένατε για να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία;