«Κρατούσαμε το σπίτι όρθιο μόνο για να μη μάθει κανείς πόσο φοβόμασταν μέσα του»

Είμαι σαράντα οκτώ και μέχρι πριν από ενάμιση χρόνο θα έλεγα ότι είχα μια συνηθισμένη ζωή. Όχι εύκολη, αλλά συνηθισμένη. Δούλευα ηλεκτρολόγος με δικά μου μεροκάματα, η γυναίκα μου, η Σοφία, ήταν σε ένα σούπερ μάρκετ στον Βύρωνα, και η κόρη μας, η Άννα, πήγαινε Β΄ Λυκείου.

Δεν είχαμε άνεση. Νοίκι, δόση για το παλιό αυτοκίνητο, φροντιστήριο, ψώνια. Τα γνωστά. Αλλά κάπως τα βγάζαμε πέρα. Εγώ είχα μάθει από τον πατέρα μου ότι δεν ανοίγεις κουβέντα για τα λεφτά, εκτός αν είναι να πεις «θα τα κανονίσω». Το έλεγα συνέχεια αυτό. Θα τα κανονίσω.

Το πρόβλημα είναι ότι δεν τα κανονίζεις πάντα.

Τον χειμώνα που πέρασε, δύο δουλειές που περίμενα ακυρώθηκαν. Μια ανακαίνιση σε Airbnb πάγωσε και ένας εργολάβος μου χρωστούσε ήδη από το καλοκαίρι. Εγώ, από περηφάνια κυρίως, δεν το είπα αμέσως στη Σοφία. Της έλεγα ότι άργησαν οι πληρωμές. Δεν ήταν εντελώς ψέμα, αλλά δεν ήταν και η αλήθεια.

Εκείνη είχε αρχίσει να γυρνάει από τη δουλειά διαφορετική. Έβγαζε τη μπλούζα της κουζίνας στην είσοδο, την πετούσε στην καρέκλα και έμενε όρθια στην κουζίνα χωρίς να κάνει τίποτα. Αν τη ρωτούσα πώς ήταν η μέρα, έλεγε «μην αρχίζεις». Δεν είχα καταλάβει τότε ότι της είχαν κόψει ώρες και πως φοβόταν ότι θα την αφήσουν τελείως.

Αν το είχαμε πει νωρίτερα ο ένας στον άλλον, ίσως να μην είχαμε φτάσει έτσι. Το σκέφτομαι συχνά. Αλλά εκείνη την περίοδο ο καθένας μας έκανε τον δυνατό μπροστά στον άλλο και τον ήσυχο μπροστά στην Άννα.

Η πρώτη μεγάλη φασαρία έγινε για έναν λογαριασμό του φυσικού αερίου. Δεν ήταν καν τεράστιος, γύρω στα διακόσια τόσα ευρώ. Τον βρήκε ανοικτό πάνω στο τραπέζι, ενώ είχα πει ότι τον είχα πληρώσει.

«Πότε ακριβώς τον πλήρωσες;» με ρώτησε.

Της είπα ότι θα τον πλήρωνα την επόμενη μέρα.

Δεν φώναξε αμέσως. Αυτό ήταν το χειρότερο. Με κοίταξε σαν να με έβλεπε πρώτη φορά και μετά άρχισε να βγάζει από το συρτάρι φακέλους, αποδείξεις, χαρτιά. Μου είπε ότι είχε βρει ειδοποίηση για καθυστέρηση στο νοίκι, ότι ο ιδιοκτήτης είχε πάρει τηλέφωνο όσο έλειπα, ότι εγώ την είχα κάνει να αισθάνεται χαζή.

Είχα νευριάσει κι εγώ. Της είπα να μην κάνει θέατρο μπροστά στο παιδί. Η Άννα ήταν στο δωμάτιό της, αλλά φυσικά άκουγε.

Η Σοφία πέταξε το τασάκι στον νεροχύτη. Δεν με πέτυχε, ούτε το πέταξε πάνω μου ακριβώς. Έσπασε όμως ένα ποτήρι και η Άννα βγήκε έξω κλαίγοντας. Τότε η Σοφία σώπασε. Κι εγώ, αντί να πάω στην κόρη μου, άρχισα να μαζεύω τα γυαλιά από το πάτωμα.

Αυτό έκανα για μήνες. Μάζευα γυαλιά, κυριολεκτικά και όχι μόνο.

Δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι φοβόμουν την αντίδραση της γυναίκας μου. Όχι επειδή πίστευα πως θα μου έκανε κάτι συγκεκριμένο. Αλλά γιατί δεν ήξερες ποτέ από πού θα έρθει το επόμενο ξέσπασμα. Μια φορά έσπασε το κινητό της στον τοίχο επειδή είδε μήνυμα από την τράπεζα. Μια άλλη άρχισε να φωνάζει στην Άννα επειδή άφησε αναμμένο το φως στο μπάνιο. Μετά έκλαιγε και ζητούσε συγγνώμη, έλεγε ότι δεν είναι έτσι, ότι την πνίγουν όλα.

Κι εγώ ήξερα πως την έπνιγαν. Απλώς αυτό δεν έκανε τα πράγματα λιγότερο βαριά μέσα στο σπίτι.

Η αλήθεια βγήκε με τον πιο γελοίο τρόπο. Έψαχνα στο συρτάρι για την κάρτα καυσαερίων του αυτοκινήτου και βρήκα μια επιστολή από εταιρεία πιστωτικής. Η Σοφία είχε βγάλει κάρτα στο όνομά της και είχε φτάσει σχεδόν το όριο. Είχε πληρώσει δυο νοίκια, λογαριασμούς και κάτι πράγματα για το σπίτι χωρίς να μου πει τίποτα. Είχε επίσης δώσει χρήματα στην αδερφή της, που περνούσε δικό της θέμα.

Το τελευταίο με πείραξε πολύ. Όχι επειδή δεν ήθελα να βοηθήσει την αδερφή της. Αλλά επειδή εμείς μετρούσαμε κέρματα για βενζίνη και εκείνη είχε αποφασίσει μόνη της.

Όταν τη ρώτησα, είπε: «Εσύ δηλαδή μου έλεγες τα πάντα;»

Δεν είχα τι να απαντήσω. Είχα πάρει κι εγώ ένα μικρό καταναλωτικό χωρίς να της το πω. Το είχα κάνει για να καλύψω μια οφειλή σε προμηθευτή και πίστευα ότι θα το έκλεινα γρήγορα. Δεν το έκλεισα.

Εκείνο το βράδυ δεν υπήρξε μια μεγάλη, καθαρή κουβέντα. Υπήρξαν φωνές, κατηγορίες, πράγματα που βγήκαν από παλιά. Μου είπε ότι δεν άντεχε να ζει με κάποιον που παριστάνει τον αρχηγό ενώ δεν μπορεί να πληρώσει ούτε το νοίκι. Της είπα ότι είχε κάνει το σπίτι πεδίο μάχης. Κάπου στη μέση η Άννα κλείστηκε στο μπάνιο και δεν άνοιγε.

Αυτό ήταν το σημείο που ντράπηκα πιο πολύ. Όχι για τα χρέη. Γιατί είχαμε φτάσει να ακούει το παιδί μας τις λεπτομέρειες της αποτυχίας μας σαν να ήταν δική της ευθύνη.

Την επόμενη μέρα πήγα στην αδερφή μου στον Άγιο Δημήτριο. Δεν της είπα όλα. Της είπα μόνο αν μπορούσε η Άννα να μείνει δύο βράδια μαζί της, γιατί στο σπίτι είχαμε ένταση. Η αδερφή μου με κοίταξε, έβαλε καφέ και μου είπε: «Νίκο, δεν χρειάζεται να το λες ωραία. Πες το όπως είναι.»

Δεν μπόρεσα.

Τελικά, έμεινα εγώ για λίγες μέρες σε έναν φίλο που είχε ένα μικρό δυάρι άδειο, πάνω από το μαγαζί του. Δεν ήταν απόφαση χωρισμού. Τουλάχιστον έτσι το παρουσίαζα. Ήταν για να ηρεμήσουμε, έλεγα. Για να μη δει άλλα η Άννα. Για να κάνουμε έναν λογαριασμό.

Κάναμε όντως έναν λογαριασμό. Καθίσαμε σε ένα καφέ, με χαρτιά και κινητά πάνω στο τραπέζι, και γράψαμε τι χρωστάμε. Σχεδόν δεν κοιταζόμασταν. Η Σοφία είχε κλείσει ραντεβού με ψυχολόγο μέσω μιας δομής του δήμου. Μου είπε ότι δεν ζητάει να ξεχάσω όσα έγιναν, αλλά ότι δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της.

Δεν γύρισα αμέσως σπίτι. Ακόμα δεν έχω γυρίσει κανονικά. Πηγαίνω για να δω την Άννα, να φτιάξω ό,τι χαλάει, να μαγειρέψουμε καμιά φορά. Η Σοφία προσπαθεί, το βλέπω. Κι εγώ προσπαθώ να μην κρύβω κάθε χαρτί που με τρομάζει.

Αλλά δεν ξέρω αν αυτό φτάνει για να είμαστε πάλι οικογένεια όπως πριν. Και ίσως το «όπως πριν» να είναι ακριβώς αυτό που δεν πρέπει να θέλουμε.

Χθες η Άννα μου έστειλε μήνυμα αν μπορώ να της πάρω χαρτόνια για μια εργασία. Πέρασα από το βιβλιοπωλείο, τα πήγα σπίτι και έφυγα πριν νυχτώσει. Η Σοφία μου είπε μόνο «ευχαριστώ» από την πόρτα.

Κατέβηκα τις σκάλες και, για πρώτη φορά μετά από καιρό, δεν άκουσα κανέναν να φωνάζει πίσω από μένα.