Βρήκα το ημερολόγιο της κόρης μου όταν μπήκε στο νοσοκομείο και τότε κατάλαβα γιατί έτρεμε κάθε φορά που χτυπούσε το κινητό της

«Μαμά, δεν μπορώ να αναπνεύσω…»

Αυτό ήταν το τελευταίο που μου είπε η κόρη μου, η Ελένη, πριν της φύγει το χρώμα από το πρόσωπο και γλιστρήσει στον τοίχο της κουζίνας. Ο μικρός, ο Δημητράκης, άρχισε να κλαίει και να της τραβάει την μπλούζα.

«Μαμά, σήκω… μαμά…»

Έτρεμα ολόκληρη. Της έριξα νερό, της μιλούσα, αλλά τα μάτια της ήταν χαμένα. Καλέσαμε ασθενοφόρο και μέχρι να έρθει, εκείνη ψιθύριζε μόνο ένα πράγμα.

«Μην τον πάρεις… σε παρακαλώ… μην του πεις τίποτα ακόμα…»

Το “εκείνον” το ήξερα. Τον άντρα της, τον Στέλιο.

Στο νοσοκομείο μας είπαν εξάντληση, έντονο στρες, κρίση πανικού. Οι λέξεις ακούστηκαν καθαρές, αλλά εγώ ένιωθα ένα βάρος στο στήθος. Γιατί η Ελένη δεν ήταν απλώς κουρασμένη. Ήταν άδεια. Σαν να την είχε ρουφήξει κάτι από μέσα της.

Ο Στέλιος ήρθε μετά από μιάμιση ώρα. Ατσαλάκωτος. Με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που θέλει να δείξει concerned, αλλά δεν του βγαίνει. Πήγε να τη χαϊδέψει και η Ελένη μάζεψε το χέρι της χωρίς να το σκεφτεί.

Το είδα.

Το είδε κι εκείνος.

«Πάλι υπερβολές κάνεις, Ελένη;» είπε χαμηλόφωνα, μα κοφτά.

Γύρισα και τον κοίταξα.

«Η κόρη μου κατέρρευσε.»

«Και; Εδώ και μήνες δεν ακούει κουβέντα. Ό,τι να ’ναι κάνει. Κουράζεται μόνη της.»

Δεν απάντησα τότε. Για τον μικρό κρατήθηκα. Γιατί ο Δημητράκης είχε γαντζωθεί στο παλτό μου και με ρωτούσε ψιθυριστά αν η μαμά του θα πεθάνει. Πώς να του απαντήσεις αυτό;

Το επόμενο πρωί πήγα στο σπίτι τους να πάρω ρούχα για το παιδί. Να μαγειρέψω κάτι. Να βάλω ένα πλυντήριο. Αυτά τα μικρά που κάνεις για να μην τρελαθείς. Το σπίτι ήταν τακτοποιημένο, υπερβολικά τακτοποιημένο. Σαν βιτρίνα. Μόνο το παιδικό δωμάτιο είχε ζωή. Παιχνίδια στο πάτωμα, ένα μισοτελειωμένο παζλ, ένα αρκουδάκι χωρίς μάτι.

Άνοιξα τη ντουλάπα της Ελένης για να της πάρω πυτζάμες και από κάτω, πίσω από κάτι σεντόνια, είδα ένα μπλε τετράδιο. Χωρίς όνομα. Δεν ξέρω γιατί το άνοιξα. Ίσως γιατί μέσα μου ήξερα ήδη.

Η πρώτη σελίδα έγραφε:

«Αν το διαβάζεις αυτό, σημαίνει πως κάτι μου συνέβη ή πως επιτέλους δεν άντεξα άλλο.»

Κάθισα στο κρεβάτι της και τα χέρια μου πάγωσαν.

Σελίδα τη σελίδα, διάβαζα τη ζωή της κόρης μου και δεν την αναγνώριζα. Ο Στέλιος της έλεγχε το κινητό. Της ζητούσε αποδείξεις για το πού πήγε και με ποιον μίλησε. Της είχε κόψει την κάρτα «για να μη σπαταλάει». Της έλεγε πως είναι ανίκανη μάνα, ότι χωρίς εκείνον δεν μπορεί να σταθεί ούτε μέρα. Μπροστά σε άλλους ήταν ευγενικός. Στο σπίτι της μιλούσε σαν να ήταν υπηρέτρια.

Μια φράση με διέλυσε.

«Σήμερα ο Δημητράκης έχυσε χυμό στο τραπέζι και ο Στέλιος με κοίταξε σαν να έφταιγα εγώ για την ύπαρξή μας.»

Και πιο κάτω:

«Δεν με έχει χτυπήσει. Κάποιες φορές σκέφτομαι ότι μακάρι να το έκανε, για να είναι όλα πιο ξεκάθαρα. Η ψυχή μου όμως είναι γεμάτη μελανιές.»

Έκλαψα σιωπηλά για να μην ακούσει το παιδί από το σαλόνι.

Το βράδυ, στο νοσοκομείο, περίμενα να μείνουμε μόνες.

Της έβαλα το τετράδιο στα χέρια.

Με κοίταξε και άσπρισε.

«Το διάβασες;»

Έγνεψα ναι.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μιλούσε. Μετά άρχισε να κλαίει χωρίς ήχο. Εκείνο το κλάμα που βγαίνει από πολύ βαθιά, όταν έχεις κρατηθεί μήνες, ίσως χρόνια.

«Ντρεπόμουν, μαμά… Νόμιζα ότι αν το πω, θα μου πεις “κάνε υπομονή, όλοι οι γάμοι περνάνε κρίση”.»

«Εγώ φταίω που δεν είδα.»

«Όχι. Εγώ έκρυβα τα πάντα. Και φοβόμουν. Για μένα… αλλά πιο πολύ για τον μικρό.»

Της έπιασα το πρόσωπο.

«Θα φύγεις. Θα έρθεις σπίτι. Και αυτή τη φορά δεν θα γυρίσεις πίσω επειδή θα κλάψει ή θα υποσχεθεί.»

Με κοίταξε σαν παιδί.

«Κι αν μου τον πάρει;»

Αυτός ήταν ο πραγματικός της τρόμος.

Δυο μέρες μετά, πήραμε εξιτήριο. Ο Στέλιος νόμιζε ότι η Ελένη θα γυρίσει μαζί του. Εκείνος περίμενε έξω από το νοσοκομείο, με τα κλειδιά στο χέρι και εκείνο το παγωμένο χαμόγελο.

«Πάμε σπίτι να ηρεμήσουμε σαν άνθρωποι.»

Η Ελένη έσφιξε το χέρι του Δημητράκη τόσο δυνατά, που το παιδί την κοίταξε απορημένο.

«Δεν έρχομαι σπίτι, Στέλιο.»

Το πρόσωπό του άλλαξε αμέσως.

«Μην κάνεις σκηνές εδώ.»

«Δεν είναι σκηνή. Φεύγω.»

«Και το παιδί;»

«Το παιδί έρχεται μαζί μου.»

Έκανε ένα βήμα μπροστά. Εγώ μπήκα στη μέση χωρίς δεύτερη σκέψη. Δεν ξέρω από πού βρήκα τη δύναμη.

«Μην την αγγίξεις.»

Ο Δημητράκης άρχισε να φωνάζει. «Θέλω τη γιαγιά! Θέλω να φύγουμε!» Και τότε, για πρώτη φορά, είδα τον Στέλιο να χάνει εντελώς τον έλεγχο του προσωπείου του.

«Θα το μετανιώσετε. Και οι δύο.»

Φύγαμε με ταξί. Στη διαδρομή κανείς δεν μιλούσε. Μόνο ο μικρός αποκοιμήθηκε πάνω στα πόδια της Ελένης, με το χεράκι του σφιγμένο στη ζακέτα της.

Την ίδια εβδομάδα πήγαμε σε δικηγόρο και μετά στην αστυνομία. Δεν ήταν εύκολο. Ούτε γρήγορο. Κάθε χαρτί, κάθε κατάθεση, κάθε ερώτηση την ξανάγδερνε. Αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν μόνη. Είχαμε το ημερολόγιο. Τα μηνύματα. Τις φωνητικές απειλές. Και κυρίως, είχαμε πια την αλήθεια έξω από τους τοίχους εκείνου του σπιτιού.

Τώρα μένουν μαζί μου. Στο μικρό μου διαμέρισμα στο Περιστέρι. Στριμωχνόμαστε, ναι. Μετράμε τα ψώνια μέχρι το τελευταίο ευρώ. Ο Δημητράκης κοιμάται δίπλα στο παλιό καλοριφέρ και η Ελένη ακόμα πετάγεται στον ύπνο της όταν χτυπάει τηλέφωνο. Αλλά αναπνέει. Τρώει. Χαμογελάει καμιά φορά. Ξαναγίνεται άνθρωπος.

Και εγώ αναρωτιέμαι πόσες γυναίκες λένε κάθε μέρα «δεν με χτύπησε» και όμως σβήνουν λίγο λίγο μπροστά στα μάτια μας.

Εσείς θα το είχατε καταλάβει νωρίτερα; Και πόσο δύσκολο είναι τελικά να φύγεις, όταν έχεις παιδί και φόβο στο ίδιο σπίτι;