«Δεν είμαι η υπηρέτρια σας»: Η ιστορία της Μαρίας από τη Θεσσαλονίκη
«Μαρία, πού είναι το πουκάμισό μου; Πάλι δεν το σιδέρωσες;» φώναξε ο Νίκος από το υπνοδωμάτιο. Ήταν 7:30 το πρωί, κι εγώ ήδη έτρεχα να ετοιμάσω τα παιδιά για το σχολείο, να φτιάξω καφέ για τον πεθερό μου που μένει μαζί μας, και να μαζέψω τα πιάτα από το τραπέζι. Η φωνή του Νίκου με έκανε να σφίξω τα δόντια. Πόσες φορές ακόμα θα έπρεπε να απολογηθώ επειδή δεν πρόλαβα να κάνω τα πάντα τέλεια;
«Θα το σιδερώσω τώρα, Νίκο. Μπορείς να περιμένεις δύο λεπτά;» απάντησα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου ήρεμη. Εκείνος μπήκε στην κουζίνα, με κοίταξε με αυτό το βλέμμα που με έκανε να νιώθω μικρή και ανεπαρκής.
«Όλο δικαιολογίες είσαι τελευταία. Τι κάνεις όλη μέρα;»
Δεν απάντησα. Τι να του πω; Ότι ξυπνάω πρώτη και κοιμάμαι τελευταία; Ότι δουλεύω σαν μηχανή για να είναι όλοι ευχαριστημένοι; Ότι έχω ξεχάσει πώς είναι να κάθομαι δέκα λεπτά χωρίς να με διακόψει κάποιος;
Η ζωή μου άλλαξε όταν παντρεύτηκα τον Νίκο. Ήμουν 25 χρονών, γεμάτη όνειρα. Θυμάμαι ακόμα τη μέρα του γάμου μας στη Θεσσαλονίκη – γελούσαμε, χορεύαμε, όλοι έλεγαν πόσο ταιριαστό ζευγάρι είμαστε. Ο Νίκος ήταν τρυφερός τότε, με κοιτούσε στα μάτια και μου έλεγε πως θα χτίσουμε μαζί μια όμορφη ζωή.
Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα αλλά όμορφα. Μετά ήρθαν τα παιδιά – ο Γιάννης και η Ελένη. Η ευτυχία μας μεγάλωσε, αλλά μαζί της μεγάλωσαν και οι υποχρεώσεις. Ο Νίκος δούλευε πολλές ώρες στο συνεργείο αυτοκινήτων του πατέρα του. Εγώ έμεινα σπίτι να μεγαλώσω τα παιδιά και να φροντίζω το σπίτι.
Στην αρχή δεν με πείραζε. Ήθελα να είμαι καλή μητέρα και σύζυγος. Αλλά σιγά-σιγά άρχισα να νιώθω ότι δεν υπάρχω πια ως Μαρία – ήμουν μόνο «η μαμά», «η γυναίκα του Νίκου», «η νύφη της κυρίας Ελένης». Κανείς δεν με ρώτησε ποτέ αν είμαι καλά, αν θέλω κάτι για μένα.
Η πεθερά μου, η κυρία Ελένη, ερχόταν κάθε απόγευμα για «να βοηθήσει». Στην πραγματικότητα, ερχόταν για να ελέγξει αν όλα είναι όπως τα θέλει εκείνη. «Το φαγητό θέλει λίγο αλάτι ακόμα», «Τα παράθυρα έχουν σκόνη», «Τα παιδιά πρέπει να διαβάσουν περισσότερο». Ένιωθα ότι δεν ήμουν ποτέ αρκετή.
Ένα βράδυ, αφού όλοι είχαν κοιμηθεί, κάθισα στο μπαλκόνι με ένα ποτήρι κρασί. Κοίταζα τα φώτα της πόλης και αναρωτιόμουν: Πού πήγε η Μαρία που ήθελε να γίνει δασκάλα; Πού πήγε το κορίτσι που αγαπούσε τα βιβλία και τα ταξίδια;
Την επόμενη μέρα, τόλμησα να μιλήσω στον Νίκο.
«Νίκο, θέλω να δουλέψω ξανά. Τα παιδιά μεγάλωσαν λίγο, μπορώ να βρω κάτι μερικής απασχόλησης.»
Με κοίταξε σαν να είπα κάτι παράλογο.
«Και ποιος θα φροντίζει το σπίτι; Ποιος θα μαγειρεύει για τον πατέρα μου; Τα παιδιά;»
«Μπορούμε να μοιραστούμε τις δουλειές…» προσπάθησα.
«Μαρία, μην αρχίζεις πάλι! Εσύ είσαι η γυναίκα του σπιτιού. Εγώ δουλεύω έξω, εσύ μέσα.»
Ένιωσα την καρδιά μου να σπάει. Δεν ήμουν σύντροφος – ήμουν υπηρέτρια.
Οι μέρες περνούσαν ίδιες. Κάθε πρωί ξύπναγα με ένα βάρος στο στήθος. Τα παιδιά με φώναζαν συνέχεια: «Μαμά, πού είναι οι κάλτσες μου;», «Μαμά, πεινάω!». Ο πεθερός μου ζητούσε τον καφέ του ακριβώς στις 9:00. Η πεθερά μου σχολίαζε τα πάντα.
Μια μέρα, η φίλη μου η Σοφία με πήρε τηλέφωνο.
«Μαρία, πάμε για καφέ; Έχω να σε δω μήνες!»
Ήθελα τόσο πολύ να πάω… αλλά φοβόμουν τι θα πουν στο σπίτι αν λείψω δύο ώρες.
«Δεν μπορώ, Σοφία… Έχω δουλειές.»
«Μαρία, έχεις ξεχάσει τον εαυτό σου. Δεν είσαι μόνο μάνα και σύζυγος!»
Τα λόγια της με χτύπησαν σαν κεραυνός. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου. Σκεφτόμουν τη ζωή μου – αν αυτό είναι όλο που θα ζήσω.
Την επόμενη μέρα πήρα μια απόφαση. Θα μιλούσα ξανά στον Νίκο – αυτή τη φορά πιο αποφασιστικά.
«Νίκο, πρέπει να με ακούσεις. Δεν αντέχω άλλο έτσι. Δεν είμαι υπηρέτρια! Είμαι άνθρωπος! Θέλω κι εγώ ζωή!»
Εκείνος θύμωσε.
«Αν δεν σου αρέσει, πήγαινε στη μάνα σου!»
Έκλαψα πολύ εκείνο το βράδυ. Αλλά μέσα στα δάκρυά μου γεννήθηκε μια δύναμη που δεν ήξερα ότι έχω.
Τις επόμενες μέρες άρχισα να αλλάζω μικρά πράγματα. Άφησα τα παιδιά να βοηθήσουν στο στρώσιμο του τραπεζιού. Ζήτησα από τον πεθερό μου να φτιάξει μόνος του τον καφέ του. Είπα στην πεθερά μου ότι δεν μπορώ να κάνω τα πάντα τέλεια.
Στην αρχή όλοι δυσανασχέτησαν. Ο Νίκος έκανε μούτρα, ο πεθερός μου παραπονιόταν, η πεθερά μου με κοιτούσε λες και πρόδωσα την οικογένεια.
Αλλά εγώ συνέχισα. Βρήκα δουλειά σε ένα φροντιστήριο ως βοηθός δασκάλας – λίγες ώρες την εβδομάδα, αλλά αρκετές για να νιώσω ξανά ζωντανή.
Τα παιδιά στην αρχή παραπονέθηκαν, αλλά μετά χάρηκαν που έβλεπαν τη μαμά τους χαρούμενη.
Ο Νίκος ακόμα δυσκολεύεται να αποδεχτεί την αλλαγή. Μερικές φορές τσακωνόμαστε άσχημα. Αλλά τώρα ξέρω ποια είμαι και τι αξίζω.
Δεν ξέρω αν ο γάμος μας θα αντέξει αυτή τη δοκιμασία. Ξέρω όμως ότι δεν θα επιστρέψω ποτέ ξανά στον ρόλο της υπηρέτριας.
Αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν παρόμοια; Πόσες φοβούνται να διεκδικήσουν τον σεβασμό που τους αξίζει; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;