«Δεν αντέχω άλλο, Μαρία!» – Η ιστορία μιας πεθεράς στην Αθήνα
«Δεν αντέχω άλλο, Μαρία! Δεν κάνει τίποτα στο σπίτι, μόνο κάθεται στον καναπέ και παίζει με το κινητό του!»
Η φωνή της Ελένης, της νύφης μου, έτρεμε από θυμό και απογοήτευση. Ήταν βράδυ, μόλις είχα τελειώσει το πλύσιμο των πιάτων και ετοιμαζόμουν να καθίσω λίγο με το βιβλίο μου. Το τηλέφωνο χτύπησε απότομα, διακόπτοντας τη σιωπή του σπιτιού μου. Ήξερα πως κάτι σοβαρό συνέβαινε. Η Ελένη δεν με παίρνει ποτέ χωρίς λόγο.
«Ηρέμησε, κορίτσι μου. Τι έγινε πάλι με τον Κώστα;» ρώτησα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου ήρεμη, αν και μέσα μου ένιωθα ένα παλιό, γνώριμο σφίξιμο.
«Τίποτα δεν έγινε! Αυτό είναι το πρόβλημα! Εγώ δουλεύω όλη μέρα, γυρίζω σπίτι και πρέπει να μαγειρέψω, να πλύνω, να μαζέψω τα ρούχα των παιδιών… Εκείνος; Τίποτα! Ούτε ένα πιάτο δεν σηκώνει!»
Έκλεισα τα μάτια μου για μια στιγμή. Πόσες φορές της είχα μιλήσει για αυτό; Πόσες φορές της είχα πει να μην τα κάνει όλα εκείνη; Να αφήσει τον Κώστα να βοηθήσει, να μην του τα προσφέρει όλα στο πιάτο; Αλλά εκείνη πάντα γελούσε γλυκά και έλεγε: «Μαρία μου, έτσι είναι οι άντρες. Εγώ τον αγαπάω, δεν με πειράζει.»
Τώρα όμως την άκουγα να κλαίει σχεδόν. Και εγώ; Τι μπορούσα να κάνω;
Η δική μου ζωή δεν ήταν ποτέ εύκολη. Ο πρώην άντρας μου, ο Γιάννης, ήταν από αυτούς τους άντρες που πίστευαν πως το σπίτι είναι δουλειά της γυναίκας. Εγώ δούλευα στο νοσοκομείο, μεγάλωνα δύο παιδιά και το βράδυ έπρεπε να μαγειρέψω, να καθαρίσω, να διαβάσω τα παιδιά. Ο Γιάννης; Μόνο τηλεόραση και καφές με τους φίλους του στο καφενείο. Όταν χώρισα, όλοι με κατηγόρησαν: «Η Μαρία δεν άντεξε τον άντρα της!», «Πώς θα μεγαλώσει μόνη της τα παιδιά;»
Και όμως τα κατάφερα. Ο Κώστας μεγάλωσε καλό παιδί – ή έτσι νόμιζα. Ήταν πάντα ήσυχος, ευγενικός, αλλά ποτέ δεν τον έβαλα να βοηθήσει στο σπίτι όσο θα έπρεπε. Ίσως φταίω κι εγώ…
«Ελένη μου,» της είπα απαλά, «θυμάσαι που σου έλεγα να μην τα κάνεις όλα εσύ;»
«Ναι… αλλά τότε δεν ήθελα να τον στενοχωρήσω. Ήθελα να τον φροντίζω…»
«Το ξέρω. Αλλά τώρα;»
Σιωπή στην άλλη άκρη της γραμμής. Άκουγα μόνο την ανάσα της.
«Δεν ξέρω τι να κάνω, Μαρία. Δεν θέλω να μαλώσουμε μπροστά στα παιδιά. Αλλά νιώθω ότι πνίγομαι.»
Ένιωσα ένα κύμα ενοχής να με πλημμυρίζει. Μήπως εγώ φταίω που ο Κώστας δεν έμαθε ποτέ να βοηθάει; Μήπως του έδωσα το λάθος παράδειγμα; Μήπως η Ελένη τώρα πληρώνει τα δικά μου λάθη;
Την επόμενη μέρα πήγα στο σπίτι τους. Η πολυκατοικία στη Νέα Σμύρνη είχε μια γνώριμη μυρωδιά από μαγειρεμένο φαγητό και υγρασία. Τα παιδιά έτρεξαν στην αγκαλιά μου μόλις μπήκα.
Ο Κώστας καθόταν στον καναπέ με το κινητό του, όπως ακριβώς τον περιέγραψε η Ελένη. Εκείνη στην κουζίνα, με ποδιά και μαλλιά πιασμένα πρόχειρα.
«Γεια σου, μάνα!» είπε ο Κώστας χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του.
«Γεια σου, παιδί μου.» Πήγα στην κουζίνα.
«Καλά είσαι;» ρώτησα την Ελένη χαμηλόφωνα.
Έγνεψε καταφατικά αλλά τα μάτια της ήταν κόκκινα.
Το βράδυ, όταν τα παιδιά κοιμήθηκαν, κάθισα με τον Κώστα στο μπαλκόνι.
«Κώστα,» ξεκίνησα διστακτικά, «η Ελένη είναι πολύ κουρασμένη τελευταία.»
Σήκωσε το βλέμμα του ενοχλημένος.
«Μάνα, τι θες τώρα; Όλη μέρα δουλεύω! Να κάθομαι λίγο δεν μπορώ;»
«Δεν λέω να μην ξεκουράζεσαι. Αλλά κι εκείνη δουλεύει όλη μέρα. Δεν είναι δίκαιο να τα κάνει όλα μόνη της.»
Σιώπησε. Ένιωσα πως ήθελε να μου φωνάξει αλλά κρατήθηκε.
«Έτσι είναι οι άντρες εδώ στην Ελλάδα, μάνα. Τι θες τώρα; Να πλένω πιάτα;»
Ένιωσα το αίμα μου να βράζει.
«Κι εγώ δούλευα όλη μέρα και μετά έπλενα πιάτα! Και ξέρεις κάτι; Δεν ήταν σωστό! Όταν παντρεύεσαι μοιράζεσαι τις ευθύνες!»
Με κοίταξε σαστισμένος.
«Δεν ξέρω… Έτσι τα έβλεπα πάντα…»
«Ίσως ήρθε η ώρα να αλλάξεις λίγο αυτά που έβλεπες.»
Το επόμενο πρωί η Ελένη με ευχαρίστησε διακριτικά. Δεν ήξερα αν είχα καταφέρει κάτι ή αν απλώς είχα βάλει ένα μικρό λιθαράκι στη σχέση τους.
Τις επόμενες εβδομάδες παρατήρησα μικρές αλλαγές. Ο Κώστας άρχισε δειλά-δειλά να στρώνει το τραπέζι ή να μαζεύει τα ρούχα των παιδιών. Η Ελένη χαμογελούσε λίγο περισσότερο.
Όμως οι εντάσεις δεν έλειψαν. Μια μέρα η Ελένη ξέσπασε μπροστά στα παιδιά:
«Δεν αντέχω άλλο! Δεν μπορώ να είμαι μάνα, σύζυγος και υπηρέτρια μαζί!»
Τα παιδιά κοίταξαν τρομαγμένα. Ο Κώστας σηκώθηκε απότομα και βγήκε έξω χτυπώντας την πόρτα.
Τότε κατάλαβα πως τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά απ’ όσο νόμιζα.
Το ίδιο βράδυ η Ελένη ήρθε στο σπίτι μου κλαίγοντας.
«Μαρία, φοβάμαι ότι θα χωρίσουμε… Δεν αντέχω άλλο αυτή τη ζωή.»
Την αγκάλιασα σφιχτά. Θυμήθηκα τον εαυτό μου πριν χρόνια – μόνη, απελπισμένη, χωρίς κανέναν να με καταλάβει.
«Ελένη μου,» της είπα τρυφερά, «αν αγαπάς τον Κώστα, πάλεψε για τη σχέση σας. Αλλά μην ξεχνάς ποτέ τον εαυτό σου.»
Την επόμενη μέρα κάλεσα τον Κώστα για καφέ.
«Παιδί μου,» του είπα αυστηρά, «αν συνεχίσεις έτσι θα χάσεις την οικογένειά σου.»
Με κοίταξε σιωπηλός για πολλή ώρα.
«Μάνα… φοβάμαι ότι δεν ξέρω πώς να αλλάξω.»
Του έπιασα το χέρι.
«Όλοι μπορούμε να αλλάξουμε αν θέλουμε πραγματικά.»
Οι μήνες πέρασαν με δυσκολίες και μικρές νίκες. Η Ελένη άρχισε να ζητά βοήθεια πιο συχνά και ο Κώστας προσπαθούσε – όχι πάντα με επιτυχία – αλλά προσπαθούσε. Τα παιδιά άρχισαν κι αυτά να βοηθούν λίγο στο σπίτι.
Κάποιες φορές αναρωτιέμαι: Μπορεί μια πεθερά πραγματικά να βοηθήσει ή απλώς παρακολουθεί αβοήθητη τα λάθη των παιδιών της;
Και τελικά… τι σημαίνει «καλή μητέρα» ή «καλή νύφη» στην Ελλάδα του σήμερα;