«Συγγνώμη, Μαρία»: Η ιστορία μιας προδοσίας και μιας χαμένης οικογένειας

«Μαρία, σε παρακαλώ… Μη μου το κάνεις αυτό. Άσε με να γυρίσω σπίτι. Σε ικετεύω!»

Η φωνή μου έσπαγε, τα γόνατά μου είχαν κοπεί. Ήμουν γονατιστός μπροστά της, στο σαλόνι του παλιού μας σπιτιού στη Νέα Σμύρνη. Η Μαρία στεκόταν απέναντί μου, τα χέρια της σταυρωμένα στο στήθος, τα μάτια της κόκκινα από τα δάκρυα και την αϋπνία. Πίσω της, το ρολόι του τοίχου χτυπούσε αμείλικτα, σαν να μετρούσε τις τελευταίες στιγμές της ζωής που είχαμε χτίσει μαζί.

«Δεν μπορώ, Νίκο. Δεν γίνεται να ξεχάσω. Δεν γίνεται να σε συγχωρήσω. Όχι αυτή τη φορά», είπε ψιθυριστά, αλλά η φωνή της ήταν πιο σκληρή από ποτέ.

Πώς έφτασα εδώ; Πώς κατάφερα να καταστρέψω ό,τι αγαπούσα περισσότερο; Η Μαρία κι εγώ γνωριστήκαμε στη Φιλοσοφική, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εκείνη ήσυχη, μελαγχολική, γεμάτη όνειρα για το μέλλον. Εγώ φιλόδοξος, ανυπόμονος να πετύχω. Μας ένωσε η ανάγκη για παρέα στις δύσκολες εξεταστικές, οι βόλτες στην Πανεπιστημιούπολη, τα ξενύχτια με καφέδες και σημειώσεις.

Μετά το πτυχίο, νοικιάσαμε ένα μικρό διαμέρισμα στα Πατήσια. Τα λεφτά δεν έφταναν ποτέ. Εκείνη δούλευε σε φροντιστήριο, εγώ σε καφετέρια και μετά σε μια μικρή εταιρεία πληροφορικής. Τα βράδια μαγειρεύαμε μαζί μακαρόνια με κιμά και ονειρευόμασταν ένα καλύτερο αύριο.

Όταν παντρευτήκαμε, ήμασταν ακόμα παιδιά. Η Μαρία φορούσε ένα απλό λευκό φόρεμα και εγώ ένα δανεικό κουστούμι. Θυμάμαι το χαμόγελό της στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα – τόσο αληθινό, τόσο γεμάτο ελπίδα.

Τα χρόνια πέρασαν με δυσκολίες. Έχασα τη δουλειά μου δύο φορές. Η Μαρία πάντα εκεί: «Θα τα καταφέρουμε, Νίκο. Εγώ κι εσύ μαζί». Όταν γεννήθηκε η κόρη μας, η Ελένη, ένιωσα για πρώτη φορά ότι είχα έναν σκοπό στη ζωή μου.

Όμως η καθημερινότητα στην Αθήνα είναι σκληρή. Τα έξοδα αυξάνονταν, οι λογαριασμοί στοιβάζονταν στο τραπέζι της κουζίνας. Εγώ βυθιζόμουν στη δουλειά για να ξεφύγω από το άγχος. Η Μαρία κουρασμένη, αλλά πάντα χαμογελαστή για χάρη της μικρής.

Και τότε μπήκε στη ζωή μου η Άννα. Νέα συνάδελφος στη δουλειά – έξυπνη, όμορφη, γεμάτη αυτοπεποίθηση. Στην αρχή ήταν αθώο: λίγα αστεία στο γραφείο, ένας καφές μετά τη δουλειά. Με έκανε να νιώθω ξανά σημαντικός, επιθυμητός. Κάτι που είχα ξεχάσει μέσα στη ρουτίνα του γάμου και των ευθυνών.

Δεν κατάλαβα πότε ξεπέρασα τα όρια. Ένα βράδυ μετά από μια δύσκολη μέρα στη δουλειά, βρεθήκαμε μόνοι στο γραφείο. Η Άννα με φίλησε πρώτη. Δεν αντιστάθηκα – δεν ήθελα να αντισταθώ. Από εκείνη τη στιγμή όλα άλλαξαν.

Άρχισα να λέω ψέματα στη Μαρία: «Έχω meeting», «Θα αργήσω απόψε». Έβλεπα την απογοήτευση στα μάτια της κάθε φορά που έμπαινα σπίτι αργά. Η Ελένη με ρωτούσε γιατί δεν παίζω πια μαζί της τα απογεύματα.

Η σχέση με την Άννα έγινε εμμονή. Ένιωθα ζωντανός μαζί της – ή έτσι νόμιζα. Μέχρι που μια μέρα η Μαρία βρήκε τα μηνύματα στο κινητό μου.

«Ποια είναι αυτή η Άννα;»

Δεν απάντησα. Δεν μπορούσα να πω ψέματα άλλο. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα στον καναπέ.

Τις επόμενες εβδομάδες προσπάθησα να δικαιολογηθώ: «Ήμουν κουρασμένος», «Δεν ήθελα να σε πληγώσω», «Δεν σημαίνει τίποτα». Η Μαρία δεν μιλούσε πολύ – μόνο έκλαιγε σιωπηλά τα βράδια.

Η μητέρα μου με πήρε τηλέφωνο: «Νίκο, τι έκανες στο κορίτσι; Η Μαρία είναι διαμάντι! Θα χάσεις το σπίτι σου και το παιδί σου!»

Ο πατέρας μου δεν είπε λέξη – μόνο με κοίταξε απογοητευμένος όταν πήγα να τους δω στο χωριό.

Η Άννα πίεζε: «Πότε θα χωρίσεις; Δεν αντέχω άλλο να είμαι το τρίτο πρόσωπο». Εγώ μπερδεμένος – ανάμεσα σε δύο κόσμους που κατέρρεαν.

Τελικά έφυγα από το σπίτι. Νοίκιασα ένα μικρό διαμέρισμα στα Πετράλωνα. Η μοναξιά ήταν αφόρητη. Η Άννα μετακόμισε μαζί μου για λίγο, αλλά οι καβγάδες άρχισαν γρήγορα: «Δεν είσαι ποτέ χαρούμενος!», «Σκέφτεσαι ακόμα τη γυναίκα σου!»

Ένα βράδυ γύρισα σπίτι και βρήκα την Άννα να μαζεύει τα πράγματά της.

«Τελείωσε, Νίκο. Δεν μπορώ άλλο αυτή τη ζωή.»

Έμεινα μόνος – χωρίς οικογένεια, χωρίς ερωμένη, χωρίς τίποτα.

Πέρασαν μήνες. Προσπάθησα να μιλήσω στη Μαρία πολλές φορές. Της έγραψα γράμματα, της άφησα λουλούδια στην πόρτα. Την παρακάλεσα να με αφήσει να δω την Ελένη πιο συχνά.

Ένα απόγευμα πήγα στο σχολείο της μικρής και την είδα να παίζει στην αυλή. Όταν με είδε, σταμάτησε απότομα και έτρεξε στη μητέρα της.

Η καρδιά μου ράγισε.

Σήμερα βρίσκομαι ξανά μπροστά στη Μαρία – γονατιστός, ικετεύοντας για μια δεύτερη ευκαιρία.

«Σε παρακαλώ… Για χάρη της Ελένης… Για όλα όσα περάσαμε μαζί…»

Η Μαρία με κοιτάζει στα μάτια – βλέπω μέσα τους όλη τη θλίψη του κόσμου.

«Νίκο… Δεν μπορώ να ζήσω ξανά αυτόν τον πόνο. Πρέπει να μάθεις να ζεις με τις επιλογές σου.»

Σηκώνομαι αργά και φεύγω από το σπίτι που κάποτε ήταν δικό μου. Ο δρόμος μέχρι το διαμέρισμά μου φαίνεται πιο μακρύς από ποτέ.

Σκέφτομαι όλα όσα έχασα για μια στιγμή πάθους και εγωισμού.

Άραγε υπάρχει συγχώρεση για κάποιον που πρόδωσε την αγάπη; Ή μήπως κάποια λάθη δεν διορθώνονται ποτέ;