«Μαμά, γιατί δεν είσαι εδώ;» – Η ιστορία μιας κόρης που ζητά βοήθεια και μιας μητέρας που αναζητά τη δική της ευτυχία
«Μαμά, πού πας πάλι;» φώναξα από το χολ, ενώ προσπαθούσα να κρατήσω τον μικρό Νικόλα από το να ρίξει το βάζο με τα λουλούδια. Η φωνή μου έτρεμε από την ένταση και την κούραση. Η μαμά μου, η κυρία Μαρία, στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη, φορώντας το αγαπημένο της κόκκινο κραγιόν. «Έχω ραντεβού με τον κύριο Στέλιο από το καφενείο. Μου είπε να πάμε μια βόλτα στη θάλασσα. Θα γυρίσω νωρίς», απάντησε χαμογελώντας, χωρίς να με κοιτάξει στα μάτια.
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Ήταν η τρίτη φορά αυτή την εβδομάδα που η μαμά έφευγε για ραντεβού. Εγώ, μόνη με δύο παιδιά, έναν άντρα που δουλεύει διπλοβάρδιες και μια δουλειά που με εξαντλεί. «Και ποιος θα κρατήσει τα παιδιά;» ρώτησα σχεδόν ψιθυριστά, νιώθοντας ντροπή για την ανάγκη μου.
Η μαμά γύρισε και με κοίταξε. «Ελένη μου, είμαι 65 χρονών. Όλη μου τη ζωή τη χάρισα σε εσάς και τον πατέρα σου. Δεν μπορώ να ζήσω λίγο για μένα;»
Έμεινα άφωνη. Θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια στο Περιστέρι, τότε που η μαμά δούλευε σε δύο δουλειές για να μη μας λείψει τίποτα. Τότε που δεν είχε χρόνο ούτε για έναν καφέ με τις φίλες της. Τώρα όμως; Τώρα που εγώ έχω ανάγκη; Δεν είναι αυτός ο ρόλος της γιαγιάς στην Ελλάδα; Να βοηθάει τα παιδιά της;
Το βράδυ, όταν τα παιδιά κοιμήθηκαν, κάθισα στο μπαλκόνι και άρχισα να σκέφτομαι. Ο άντρας μου, ο Γιάννης, μπήκε αθόρυβα δίπλα μου. «Μην της θυμώνεις», μου είπε ήρεμα. «Η μάνα σου έχει δικαίωμα στη χαρά». Τον κοίταξα με δάκρυα στα μάτια. «Κι εγώ; Εγώ πότε θα ζήσω;»
Την επόμενη μέρα, η μαμά ήρθε σπίτι νωρίς το πρωί. Έφερε τυρόπιτες από τον φούρνο και ένα μπουκέτο λουλούδια για μένα. «Συγγνώμη που δεν ήμουν εδώ χθες», είπε χαμηλόφωνα. «Αλλά ξέρεις… ο Στέλιος με έκανε να νιώσω ξανά νέα». Την κοίταξα και είδα στα μάτια της μια λάμψη που είχα χρόνια να δω.
«Μαμά, σε χρειάζομαι», της είπα σιγανά. «Δεν αντέχω άλλο μόνη μου». Εκείνη άφησε τα λουλούδια στο τραπέζι και κάθισε δίπλα μου. «Ελένη μου, σε καταλαβαίνω. Αλλά κι εγώ τόσα χρόνια ήμουν μόνη μου. Ο πατέρας σου πέθανε νωρίς… Τα παιδιά μεγάλωσαν… Έχω ανάγκη να αγαπηθώ ξανά».
«Και τα εγγόνια σου; Δεν τα αγαπάς;»
«Τα λατρεύω! Αλλά δεν μπορώ να είμαι πάντα διαθέσιμη. Δεν είμαι πια νέα…»
Η φωνή της έσπασε. Για πρώτη φορά κατάλαβα πόσο μόνη ένιωθε τόσα χρόνια. Πόσο είχε θυσιάσει τον εαυτό της για εμάς.
Τις επόμενες μέρες προσπαθήσαμε να βρούμε μια ισορροπία. Η μαμά ερχόταν δυο φορές την εβδομάδα να κρατήσει τα παιδιά, αλλά τις υπόλοιπες μέρες έβγαινε με τον Στέλιο ή τις φίλες της στο ΚΑΠΗ. Εγώ έμαθα να ζητάω βοήθεια από άλλες μαμάδες στη γειτονιά, να μοιράζομαι το βάρος.
Όμως οι εντάσεις δεν έλειψαν. Μια μέρα που άργησα στη δουλειά και δεν είχα ποιον να αφήσω τα παιδιά, ξέσπασα στη μαμά: «Πάντα ήσουν εκεί για όλους εκτός από μένα!» Εκείνη έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς λέξη.
Το βράδυ χτύπησε η πόρτα. Ήταν η μαμά, με δάκρυα στα μάτια.
«Ελένη, δεν αντέχω άλλο να νιώθω ενοχές επειδή θέλω να ζήσω», είπε τρέμοντας.
«Κι εγώ δεν αντέχω άλλο μόνη», απάντησα.
Αγκαλιαστήκαμε σιωπηλά. Καμία δεν είχε δίκιο ή άδικο.
Στο ελληνικό σπίτι πάντα πιστεύαμε ότι οι γιαγιάδες είναι δεδομένες – ότι θα θυσιάσουν τα πάντα για τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Αλλά μήπως αυτό είναι άδικο; Μήπως πρέπει να μάθουμε να ζητάμε βοήθεια αλλιώς; Να αφήσουμε τους γονείς μας να ξαναβρούν τον εαυτό τους;
Τώρα πια προσπαθώ να βλέπω τη μαμά σαν γυναίκα κι όχι μόνο σαν γιαγιά ή μητέρα. Κι εκείνη προσπαθεί να είναι παρούσα όταν μπορεί – όχι επειδή πρέπει, αλλά επειδή το θέλει.
Αναρωτιέμαι: Πόσες από εσάς έχετε βρεθεί στη θέση μου; Πόσες φορές ζητήσαμε από τους γονείς μας να ξεχάσουν τον εαυτό τους για χάρη μας; Είναι σωστό αυτό; Ή μήπως ήρθε η ώρα να μεγαλώσουμε πραγματικά κι εμείς;