Οι συγγενείς μου περιμένουν να πεθάνω για να πάρουν το σπίτι μου: Αλλά φρόντισα να μην το αποκτήσουν ποτέ
«Πότε θα μας πεις τι θα κάνεις με το σπίτι, Ελένη;»
Η φωνή της ξαδέρφης μου, της Μαρίας, αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου. Ήταν Κυριακή, το τραπέζι γεμάτο με γεμιστά και χωριάτικη σαλάτα, αλλά η ατμόσφαιρα βαρύγδουπη. Όλοι κοιτούσαν εμένα, λες και ήμουν το τελευταίο κομμάτι ψωμί στο τραπέζι ενός πεινασμένου χωριού.
«Δεν έχω αποφασίσει ακόμα», απάντησα ψυχρά, προσπαθώντας να κρύψω το τρέμουλο στη φωνή μου. Η αλήθεια είναι πως ήξερα πολύ καλά τι θα κάνω, αλλά δεν ήταν η στιγμή να τους το πω.
Στα 62 μου, ζω μόνη σ’ ένα μικρό σπίτι στα προάστια της Αθήνας. Δεν έχω παιδιά, ούτε σύζυγο. Ο γάμος μου με τον Νίκο κράτησε μόλις έξι μήνες. Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που γύρισα σπίτι νωρίτερα από τη δουλειά και βρήκα τη Σοφία, τη συνάδελφό μας, να φοράει τη ρόμπα μου και να πίνει καφέ στην κουζίνα μου. Ο Νίκος δεν μπήκε καν στον κόπο να δικαιολογηθεί. «Έτσι είναι τα πράγματα, Ελένη», είπε. «Αν δεν σου αρέσει, φύγε». Και έφυγα. Με μια βαλίτσα και μια καρδιά που πονούσε τόσο πολύ που νόμιζα πως δεν θα ξαναγαπήσω ποτέ.
Η οικογένειά μου δεν με στήριξε τότε. Η μάνα μου είπε: «Υπομονή πρέπει να κάνεις, έτσι είναι οι άντρες». Ο πατέρας μου δεν μίλησε καν. Η αδερφή μου, η Κατερίνα, με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που λέει «εγώ στα ‘λεγα». Έμεινα μόνη σε ένα μικρό διαμέρισμα στα Πατήσια και δούλευα διπλοβάρδιες για να τα βγάλω πέρα.
Τα χρόνια πέρασαν. Η μάνα πέθανε από καρκίνο, ο πατέρας έφυγε από εγκεφαλικό. Η Κατερίνα παντρεύτηκε έναν δικηγόρο και μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη. Εγώ έμεινα στην Αθήνα, πάντα μόνη, πάντα η «περίεργη» της οικογένειας. Οι γιορτές ήταν πάντα δύσκολες. Πήγαινα στα τραπέζια περισσότερο από υποχρέωση παρά από χαρά. Κανείς δεν με ρώτησε ποτέ αν είμαι καλά. Μόνο για το σπίτι ρωτούσαν.
Το σπίτι αυτό το πήρα με δάνειο όταν ήμουν 45. Δούλευα τότε σε μια ασφαλιστική εταιρεία στο Μαρούσι. Κάθε μήνα πλήρωνα τη δόση και έκοβα από παντού για να τα καταφέρω. Θυμάμαι να τρώω μακαρόνια με σάλτσα για εβδομάδες, μόνο και μόνο για να μη χάσω το σπίτι. Ήταν το καταφύγιό μου, το μόνο πράγμα που είχα χτίσει μόνη μου.
Τα τελευταία χρόνια, οι συγγενείς άρχισαν να με επισκέπτονται πιο συχνά. Η Μαρία ερχόταν κάθε δεύτερη Κυριακή «να δει αν είμαι καλά». Ο ξάδερφος ο Γιώργος έφερνε τα παιδιά του να παίξουν στην αυλή. Όλοι με ρωτούσαν διακριτικά για τη διαθήκη. «Δεν έχεις παιδιά, Ελένη, τι θα το κάνεις το σπίτι;»
Μια μέρα, καθώς καθάριζα τα παράθυρα, άκουσα τη Μαρία να μιλάει στο τηλέφωνο στην αυλή:
«Άμα πεθάνει η Ελένη, το σπίτι θα πάει σε μένα ή στην Κατερίνα; Πρέπει να το κανονίσουμε αυτό…»
Ένιωσα ένα μαχαίρι στην καρδιά. Δεν ήμουν άνθρωπος πια γι’ αυτούς – ήμουν απλώς μια περιουσία που περίμεναν να κληρονομήσουν.
Τότε πήρα την απόφαση. Πήγα σε συμβολαιογράφο και έγραψα διαθήκη: το σπίτι θα πήγαινε σε μια οργάνωση που βοηθά κακοποιημένες γυναίκες. Ήθελα το σπίτι μου να γίνει καταφύγιο για κάποια που θα βρεθεί στη θέση που βρέθηκα εγώ – μόνη, προδομένη, χωρίς στήριγμα.
Όταν το έμαθαν οι συγγενείς, έγινε χαμός.
«Είσαι τρελή;» φώναξε η Κατερίνα στο τηλέφωνο. «Το σπίτι ανήκει στην οικογένεια!»
«Εγώ σε πρόσεχα τόσα χρόνια!» ούρλιαξε η Μαρία.
«Δεν ντρέπεσαι;» είπε ο Γιώργος. «Για ξένους δουλεύεις;»
Έκλεισα το τηλέφωνο και έκλαψα όλο το βράδυ. Όχι γιατί τους στενοχώρησα – αλλά γιατί κατάλαβα πως ποτέ δεν με αγάπησαν πραγματικά. Ήμουν απλώς ένα μέσο για να αποκτήσουν κάτι παραπάνω.
Τις επόμενες μέρες με απέφευγαν όλοι. Κανείς δεν με πήρε τηλέφωνο ούτε ήρθε να με δει. Ένιωθα μόνη αλλά ταυτόχρονα ελεύθερη. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, είχα πάρει μια απόφαση μόνο για μένα – και για όσες γυναίκες χρειάζονται ένα καταφύγιο.
Μερικές φορές αναρωτιέμαι: Αν είχα κάνει παιδιά, θα ήταν διαφορετικά; Ή μήπως όλοι τελικά κοιτάμε μόνο το συμφέρον μας; Τι αξίζει περισσότερο – η οικογένεια ή η αξιοπρέπεια;
Περιμένω τις σκέψεις σας…