Δεν Περπάτησα Ποτέ στο Διάδρομο: “Όσο Ετοιμάζαμε τον Γάμο μας, Ο Μιχάλης και ο Πατέρας του Πουλούσαν Κρυφά το Σπίτι μας”
«Μαμά, δεν καταλαβαίνεις! Δεν είναι όλα όπως φαίνονται!» φώναξα, με τη φωνή μου να τρέμει από θυμό και απόγνωση. Η μητέρα μου, η κυρία Μαρία, στεκόταν απέναντί μου στην κουζίνα του πατρικού μας στη Νέα Σμύρνη, με τα χέρια σταυρωμένα και το βλέμμα της γεμάτο απογοήτευση. «Ελένη, δεν μπορείς να αγνοείς τα σημάδια. Ο Μιχάλης δεν σου λέει όλη την αλήθεια. Το νιώθω σαν μάνα!»
Από μικρή ήμουν το καλό κορίτσι της οικογένειας. Η μεγάλη κόρη, η υπεύθυνη, αυτή που δεν έδινε ποτέ αφορμές. Όταν γνώρισα τον Μιχάλη, πίστεψα πως βρήκα το άλλο μου μισό. Ήταν γοητευτικός, με χιούμορ, εργατικός – όλα όσα ήθελε μια Ελληνίδα μάνα για την κόρη της. Η σχέση μας άνθισε γρήγορα και μέσα σε δύο χρόνια αρραβωνιαστήκαμε. Οι ετοιμασίες για τον γάμο μας είχαν ξεκινήσει με ενθουσιασμό: λευκά τραπεζομάντηλα, προσκλητήρια με χρυσές λεπτομέρειες, δοκιμές νυφικών στα μαγαζιά της Ερμού.
Το σπίτι που θα μέναμε ήταν ένα διαμέρισμα στη Δάφνη, δώρο από τον πατέρα του Μιχάλη, τον κύριο Σταύρο. Ήταν παλιό αλλά φωτεινό, με μπαλκόνι που έβλεπε στον Υμηττό. Εκεί φανταζόμουν τα πρωινά μας με καφέ και τις Κυριακές με φίλους και οικογένεια.
Όμως κάτι άλλαξε. Ο Μιχάλης άρχισε να αργεί να απαντήσει στα μηνύματά μου. Έβρισκε δικαιολογίες για να μην πάμε μαζί στο σπίτι να το φτιάξουμε. «Έχω δουλειά», «Ο πατέρας μου θέλει να το δει πρώτα», «Δεν είναι έτοιμο ακόμα». Η μητέρα μου άρχισε να ανησυχεί. «Ελένη, κάτι κρύβει», μου έλεγε ξανά και ξανά.
Ένα βράδυ, καθώς ετοίμαζα προσκλητήρια με τη μικρή μου αδερφή, τη Σοφία, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο θείος μου ο Νίκος, κτηματομεσίτης. «Ελένη, είδα μια αγγελία για το σπίτι στη Δάφνη… Είναι το δικό σας;» Πάγωσα. Δεν ήξερα τι να πω. Τον ευχαρίστησα και έκλεισα βιαστικά.
Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά καθώς πληκτρολογούσα το όνομα του Μιχάλη στο κινητό. «Μιχάλη, πρέπει να μιλήσουμε. ΤΩΡΑ.»
Συναντηθήκαμε σε ένα καφέ στη γειτονιά του. Ήρθε αργοπορημένος, αγχωμένος. «Τι συμβαίνει;» τον ρώτησα κοφτά.
«Ελένη… Δεν ήθελα να στο πω έτσι… Ο πατέρας μου έχει οικονομικά προβλήματα. Το σπίτι πρέπει να πουληθεί.»
Ένιωσα το αίμα να φεύγει από το πρόσωπό μου. «Και γιατί δεν μου το είπες; Γιατί το μάθαινα από αγγελία;»
Κατέβασε το βλέμμα του. «Ήθελα να βρω λύση πρώτα… Δεν ήθελα να σε στενοχωρήσω.»
«Με πρόδωσες! Όσο εγώ και η οικογένειά μου ετοιμάζαμε τον γάμο μας, εσύ και ο πατέρας σου πουλούσατε κρυφά το σπίτι που θα μέναμε!»
Γύρισα σπίτι κλαίγοντας. Η μητέρα μου με αγκάλιασε σφιχτά. Ο πατέρας μου, ο κύριος Γιώργος, ήταν έξαλλος: «Αυτός ο άνθρωπος δεν αξίζει την κόρη μου!»
Οι μέρες πέρασαν βασανιστικά. Ο Μιχάλης προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί μου, αλλά εγώ δεν ήθελα να τον δω. Η οικογένειά του ήρθε στο σπίτι μας για εξηγήσεις. Ο κύριος Σταύρος προσπάθησε να δικαιολογηθεί: «Δεν είχα άλλη επιλογή… Τα χρέη μας πνίγουν…»
Η μητέρα μου όμως ήταν ανένδοτη: «Την Ελένη την σκεφτήκατε; Την αξιοπρέπειά της;»
Η Σοφία προσπαθούσε να με παρηγορήσει: «Θα βρεις κάποιον που θα σε αγαπήσει πραγματικά.» Αλλά εγώ ένιωθα προδομένη από όλους.
Οι φίλες μου με ρωτούσαν τι θα κάνω με τον γάμο. Η γιαγιά μου έκλαιγε κάθε φορά που με έβλεπε χωρίς χαμόγελο.
Ένα βράδυ πήρα τη μεγάλη απόφαση. Κάλεσα τον Μιχάλη στο ίδιο καφέ όπου είχαμε πρωτογνωριστεί.
«Δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι», του είπα με δάκρυα στα μάτια. «Δεν είναι μόνο το σπίτι… Είναι η εμπιστοσύνη που χάθηκε.»
Με κοίταξε λυπημένος. «Σε αγαπάω, Ελένη…»
«Κι εγώ σε αγάπησα», του απάντησα. «Αλλά δεν μπορώ να ζήσω με μυστικά και ψέματα.»
Η επόμενη μέρα ήταν η πιο δύσκολη της ζωής μου. Ακύρωσα τον γάμο. Τα τηλέφωνα δεν σταματούσαν να χτυπούν – συγγενείς, φίλοι, ακόμα και άγνωστοι που είχαν μάθει τα νέα.
Η μητέρα μου στεκόταν δίπλα μου σε κάθε βήμα. Ο πατέρας μου ήταν περήφανος που δεν συμβιβάστηκα με κάτι λιγότερο από αυτό που άξιζα.
Πέρασαν μήνες μέχρι να ξαναβρώ τον εαυτό μου. Έπιασα δουλειά σε ένα φροντιστήριο αγγλικών στη Νέα Σμύρνη και άρχισα να βγαίνω ξανά με φίλους.
Κάποιες φορές αναρωτιέμαι: Αν ο Μιχάλης είχε πει την αλήθεια από την αρχή, θα ήταν αλλιώς τα πράγματα; Ή μήπως η προδοσία είναι πάντα προδοσία, όποια κι αν είναι η δικαιολογία;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα συγχωρούσατε κάποιον που σας πρόδωσε τόσο βαθιά;