Η Κατερίνα Μιλάει για την Κόρη της: «Δεν την Ανάγκασα να Παντρευτεί. Δεν την Ανάγκασα να Κάνει Παιδί, Άρα Πρέπει να το Αντιμετωπίσει Μόνη της»
«Γιατί, ρε μάνα, δεν με καταλαβαίνεις;» φώναξε η Μαρία, τα μάτια της γεμάτα δάκρυα και θυμό. Στεκόταν στην κουζίνα, με τα χέρια σταυρωμένα, ενώ εγώ έσφιγγα το φλιτζάνι του καφέ τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα σπάσει.
«Δεν είναι ότι δεν σε καταλαβαίνω, Μαρία μου. Αλλά εσύ διάλεξες αυτόν τον δρόμο. Εγώ σου είπα: μην βιάζεσαι. Εσύ ήθελες τον Γιώργο, ήθελες το παιδί. Τώρα πρέπει να σταθείς στα πόδια σου», απάντησα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή.
Η Μαρία γύρισε το κεφάλι της απότομα. «Εσύ δεν ήσουν που μου έλεγες ότι ο γάμος είναι ασφάλεια; Ότι στην Ελλάδα, αν δεν κάνεις οικογένεια νωρίς, σε κοιτάνε όλοι περίεργα;»
Έμεινα σιωπηλή. Ήξερα πως είχε δίκιο. Πόσες φορές δεν είχα πει στη γειτόνισσα, τη Θάλεια, ότι η κόρη μου είναι σωστή κοπέλα, θα παντρευτεί νωρίς, θα κάνει παιδιά, όπως πρέπει; Πόσες φορές δεν είχα πιέσει τη Μαρία να γνωρίσει τον Γιώργο, τον γιο του φίλου του πατέρα της;
Αλλά όταν ήρθε το πρώτο πρόβλημα – όταν ο Γιώργος άρχισε να γυρίζει αργά, να πίνει με τους φίλους του στο καφενείο και να αφήνει τη Μαρία μόνη με το μωρό – τότε όλα άλλαξαν. Η Μαρία ερχόταν κάθε μέρα στο σπίτι μου, κουρασμένη, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια.
«Δεν αντέχω άλλο, μάνα. Ο Γιώργος δεν βοηθάει καθόλου. Το παιδί κλαίει όλη νύχτα. Εγώ δουλεύω στο φαρμακείο και μετά σπίτι…»
Την άκουγα και ένιωθα την καρδιά μου να σφίγγεται. Αλλά τι να έκανα; Να της πω να χωρίσει; Στην Ελλάδα ακόμα και σήμερα, το διαζύγιο είναι στίγμα. Οι θείες θα λέγανε «η Κατερίνα δεν κατάφερε να κρατήσει το σπίτι της κόρης της». Ο πατέρας της Μαρίας, ο Νίκος, ήταν πιο αυστηρός.
«Να κάτσει εκεί που έστρωσε», έλεγε κάθε φορά που άκουγε τη Μαρία να παραπονιέται. «Εμείς έτσι μεγαλώσαμε. Δεν υπήρχαν διαζύγια και παραμύθια. Η οικογένεια πάνω απ’ όλα.»
Μια μέρα η Μαρία ξέσπασε μπροστά του.
«Μπαμπά, εσύ ποτέ δεν βοήθησες τη μαμά με εμένα και τον Πέτρο! Όλο στη δουλειά ήσουν! Τώρα λες τα ίδια στον Γιώργο;»
Ο Νίκος χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι. «Εγώ έφερνα το ψωμί στο σπίτι! Εσύ τι θες; Να σου αλλάζει πάνες ο άντρας σου; Αυτά είναι αμερικανιές!»
Η Μαρία έφυγε τρέχοντας από το σπίτι. Εγώ έμεινα να κοιτάζω τον Νίκο με απογοήτευση.
«Δεν βλέπεις ότι το παιδί μας υποφέρει;» του είπα χαμηλόφωνα.
«Να μεγαλώσει! Να μάθει!» απάντησε εκείνος πεισματικά.
Τις επόμενες μέρες η Μαρία δεν μου μιλούσε πολύ. Έκλεινε το τηλέφωνο, δεν απαντούσε στα μηνύματά μου. Μια μέρα ήρθε στο σπίτι με το μωρό στην αγκαλιά και τα μάτια της κατακόκκινα.
«Μάνα… Θέλω να φύγω από τον Γιώργο. Δεν αντέχω άλλο.»
Ένιωσα ένα κύμα ενοχής να με πλημμυρίζει. Ήθελα να την αγκαλιάσω, να της πω «έλα πίσω, θα σε βοηθήσω». Αλλά φοβήθηκα τι θα πει ο κόσμος. Φοβήθηκα τον Νίκο. Φοβήθηκα ακόμα και τον ίδιο μου τον εαυτό.
«Μαρία… Δεν μπορώ να σου πω τι να κάνεις. Εσύ διάλεξες αυτή τη ζωή. Εγώ δεν σε ανάγκασε κανείς.»
Με κοίταξε σαν να μην με αναγνώριζε.
«Δηλαδή τι; Να υποφέρω για πάντα επειδή έκανα λάθος;»
Δεν απάντησα. Την άφησα να φύγει. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου. Άκουγα τη φωνή της στο μυαλό μου ξανά και ξανά.
Τις επόμενες εβδομάδες η Μαρία απομακρύνθηκε ακόμα περισσότερο. Ο Γιώργος έγινε πιο νευρικός, φώναζε στο τηλέφωνο, κατηγορούσε εμένα ότι βάζω λόγια στην κόρη του.
Μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο αργά το βράδυ.
«Μάνα…» Η φωνή της Μαρίας ήταν σπασμένη. «Ο Γιώργος με έσπρωξε σήμερα μπροστά στο παιδί… Φοβάμαι.»
Ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται. Έτρεξα αμέσως στο σπίτι τους. Η Μαρία καθόταν στο πάτωμα, αγκαλιά με το μωρό. Ο Γιώργος είχε φύγει.
Την πήρα σπίτι μας εκείνο το βράδυ. Ο Νίκος δεν είπε τίποτα – μόνο που κοίταζε έξω από το παράθυρο όλη νύχτα.
Την επόμενη μέρα πήγαμε μαζί στην αστυνομία. Η Μαρία τρέμοντας υπέγραψε καταγγελία. Ο Γιώργος συνελήφθη για ενδοοικογενειακή βία.
Όλο το χωριό άρχισε να μιλάει για εμάς. Οι θείες δεν μας μιλούσαν πια. Η Θάλεια έκανε πως δεν μας βλέπει στον δρόμο.
Η Μαρία έκλαιγε κάθε βράδυ στο δωμάτιό της.
«Μάνα… Δεν θέλω να ζω έτσι άλλο.»
Και τότε κατάλαβα πόσο λάθος είχα κάνει τόσα χρόνια που φοβόμουν τον κόσμο περισσότερο από την ευτυχία του παιδιού μου.
Την πήρα αγκαλιά και της είπα:
«Συγγνώμη, παιδί μου… Έπρεπε να σε στηρίξω από την αρχή.»
Η Μαρία σιγά-σιγά ξαναβρήκε τον εαυτό της. Βρήκε δουλειά σε ένα φροντιστήριο αγγλικών στην πόλη. Το παιδί μεγάλωνε χαρούμενο κοντά μας.
Ο Νίκος χρειάστηκε μήνες για να δεχτεί την κατάσταση. Αλλά όταν είδε την εγγονή του να γελάει ξανά, μαλάκωσε κι εκείνος.
Σήμερα η Μαρία είναι ανεξάρτητη γυναίκα. Δεν φοβάται πια τι θα πει ο κόσμος.
Και εγώ κάθε βράδυ αναρωτιέμαι: Πόσες μανάδες στην Ελλάδα φοβούνται ακόμα περισσότερο τον κόσμο παρά τα παιδιά τους; Πόσες γυναίκες ζουν στη σιωπή για χάρη μιας κοινωνίας που δεν νοιάζεται πραγματικά;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;