Ανάμεσα σε Δύο Φωτιές: Η Γυναίκα μου, η Πεθερά μου και το Τέλος της Υπομονής μου
«Πάλι άργησες, Νίκο. Δεν σου ζήτησα τίποτα δύσκολο. Μόνο να είσαι εδώ όταν σε χρειάζομαι!» Η φωνή της Μαρίας αντηχεί στο σαλόνι, γεμάτη απογοήτευση και θυμό. Κάθομαι στην άκρη του καναπέ, με το σακάκι ακόμα φορεμένο, και προσπαθώ να μαζέψω τις σκέψεις μου. Δεν είναι η πρώτη φορά που ακούω αυτά τα λόγια, αλλά σήμερα νιώθω πως κάτι μέσα μου ραγίζει.
«Μαρία, είχα δουλειά. Ο προϊστάμενος με κράτησε μέχρι αργά. Δεν το έκανα επίτηδες.»
«Όλα τα κάνεις για τη δουλειά! Εγώ και το παιδί τι είμαστε; Διακοσμητικά;»
Το βλέμμα της πέφτει πάνω στον μικρό μας, τον Γιάννη, που παίζει σιωπηλά με τα τουβλάκια του. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη. Θέλω να φωνάξω, να της πω πως κι εγώ κουράζομαι, πως κι εγώ έχω ανάγκη από λίγη κατανόηση. Αλλά ξέρω πως αν το κάνω, θα γίνει πόλεμος.
Έτσι ξεκινάει κάθε βράδυ μας τα τελευταία δύο χρόνια. Από τότε που ο Γιάννης γεννήθηκε, η Μαρία άλλαξε. Έγινε πιο νευρική, πιο απαιτητική. Κι εγώ; Εγώ έγινα σκιά του εαυτού μου. Στη δουλειά με πιέζουν για αποτελέσματα, στο σπίτι με πιέζουν για παρουσία. Πού να βρω χώρο να ανασάνω;
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η πεθερά μου, η κυρία Ελένη, έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας. Στην αρχή νόμιζα πως θα κάνει τα πράγματα χειρότερα. Όμως, όσο περνάει ο καιρός, συνειδητοποιώ πως είναι η μόνη που με ακούει πραγματικά.
Ένα απόγευμα, καθώς πίνουμε καφέ στην κουζίνα, η κυρία Ελένη με κοιτάζει με κατανόηση.
«Νίκο μου, βλέπω πως δεν είσαι καλά. Η Μαρία έχει αλλάξει πολύ, το ξέρω. Αλλά κι εσύ πρέπει να της μιλήσεις. Να της πεις πώς νιώθεις.»
«Κυρία Ελένη… δεν ξέρω αν θα βοηθήσει. Όποτε προσπαθώ να της μιλήσω, θυμώνει περισσότερο.»
«Είναι δύσκολα τα πρώτα χρόνια με το παιδί. Κι εγώ τα πέρασα αυτά με τον πατέρα της. Αλλά αν δεν μιλήσετε ανοιχτά, θα χαθείτε ο ένας για τον άλλον.»
Τα λόγια της με αγγίζουν. Δεν περίμενα ποτέ να βρω στήριξη στην πεθερά μου. Πάντα πίστευα πως θα ήταν με το μέρος της κόρης της, πως θα με κατηγορούσε για όλα. Αντίθετα, είναι εκείνη που προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες.
Το ίδιο βράδυ, δοκιμάζω να ακολουθήσω τη συμβουλή της.
«Μαρία, μπορούμε να μιλήσουμε λίγο;»
Με κοιτάζει καχύποπτα.
«Τι θέλεις;»
«Νιώθω ότι απομακρυνόμαστε. Θέλω να σε καταλάβω, αλλά κι εσύ πρέπει να δεις πώς νιώθω εγώ.»
Η Μαρία ξεσπάει σε κλάματα.
«Δεν αντέχω άλλο! Νιώθω μόνη μου! Όλη μέρα με το παιδί, εσύ λείπεις… Δεν έχω βοήθεια από πουθενά!»
Την πλησιάζω και την αγκαλιάζω. Για πρώτη φορά μετά από καιρό νιώθω πως ίσως υπάρχει ελπίδα. Όμως η επόμενη μέρα φέρνει πάλι τα ίδια προβλήματα: φωνές, παράπονα, σιωπές γεμάτες ένταση.
Οι φίλοι μου λένε να κάνω υπομονή. «Έτσι είναι οι γυναίκες μετά τη γέννα», λένε. «Θα περάσει.» Αλλά πόσο να αντέξω; Νιώθω πως χάνω τον εαυτό μου.
Ένα βράδυ, μετά από έναν ακόμα καβγά, φεύγω από το σπίτι και πάω στο πατρικό της Μαρίας. Η κυρία Ελένη με υποδέχεται με ανοιχτές αγκάλες.
«Έλα μέσα, παιδί μου. Ξέρω…»
Κάθομαι στην κουζίνα και ξεσπάω μπροστά της.
«Δεν αντέχω άλλο! Νιώθω ότι ό,τι κι αν κάνω είναι λάθος! Η Μαρία δεν με θέλει πια…»
Η κυρία Ελένη κάθεται δίπλα μου και μου πιάνει το χέρι.
«Νίκο μου… κι εγώ κάποτε έτσι ένιωθα με τον άντρα μου. Πέρασαν χρόνια μέχρι να βρούμε ξανά ο ένας τον άλλον. Μην τα παρατάς.»
Την ακούω και αναρωτιέμαι: αξίζει να παλέψω ή μήπως ήρθε η ώρα να φύγω; Η Μαρία δεν είναι πια ο άνθρωπος που αγάπησα. Κι όμως… όταν κοιτάζω τον μικρό Γιάννη να κοιμάται ήσυχος στο κρεβατάκι του, νιώθω μια ευθύνη μεγαλύτερη από τον εαυτό μου.
Οι μέρες περνούν και οι εντάσεις συνεχίζονται. Η Μαρία ζηλεύει ακόμα και τη σχέση μου με την πεθερά μου.
«Τι λέτε τόση ώρα με τη μάνα μου; Μήπως της λες τα παράπονά σου για μένα;»
«Όχι, Μαρία… Απλώς μιλάμε.»
«Να μην ξαναμιλήσεις μαζί της για μένα! Δεν θέλω να μπλέκεται!»
Η κατάσταση γίνεται αφόρητη. Σκέφτομαι να φύγω για λίγο, να πάρω αέρα. Αλλά φοβάμαι πως αν φύγω τώρα, δεν θα ξαναγυρίσω ποτέ.
Ένα βράδυ που ο Γιάννης έχει πυρετό, τρέχουμε όλοι μαζί στο νοσοκομείο Παίδων Αγία Σοφία. Εκείνη τη νύχτα βλέπω τη Μαρία να καταρρέει από την αγωνία για το παιδί μας. Την κρατάω σφιχτά και της λέω:
«Όλα θα πάνε καλά… Είμαστε μαζί σε αυτό.»
Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό νιώθουμε ξανά ομάδα. Η πεθερά μου μας στηρίζει διακριτικά από πίσω – φέρνει νερό, μιλάει στους γιατρούς, μας δίνει κουράγιο.
Όταν επιστρέφουμε σπίτι εξαντλημένοι αλλά ανακουφισμένοι – ο Γιάννης είναι καλά – η Μαρία κάθεται δίπλα μου στον καναπέ.
«Συγγνώμη… Ξέρω ότι σε έχω πιέσει πολύ», ψιθυρίζει.
Τη φιλάω στο μέτωπο και της λέω:
«Κι εγώ συγγνώμη… Δεν ήμουν πάντα εδώ όπως έπρεπε.»
Η ζωή μας δεν έγινε ξαφνικά τέλεια. Οι δυσκολίες παραμένουν – τα οικονομικά στενεύουν, οι δουλειές δεν φτάνουν ποτέ, οι παρεξηγήσεις καραδοκούν σε κάθε γωνιά του σπιτιού μας. Όμως τώρα ξέρουμε πως έχουμε ο ένας τον άλλον – κι έναν απρόσμενο σύμμαχο: την κυρία Ελένη.
Σκέφτομαι συχνά: Πόσοι άντρες στην Ελλάδα νιώθουν παγιδευμένοι ανάμεσα σε μια γυναίκα που αγαπούν αλλά δεν αναγνωρίζουν πια και σε μια πεθερά που γίνεται απροσδόκητα το στήριγμά τους; Πόσο δύσκολο είναι τελικά να παραμείνεις άνθρωπος μέσα στη δίνη της οικογένειας;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα παλεύατε ή θα φεύγατε;