Η Μάνα μου Αρνείται να Κρατήσει τα Παιδιά – Κι Εγώ Πρέπει να Στηρίξω την Οικογένειά μου
«Δεν μπορώ, Μαρία. Δεν γίνεται να κρατάω τα παιδιά κάθε μέρα. Έχω κι εγώ τη ζωή μου!»
Η φωνή της μάνας μου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, σαν να με χαστουκίζει. Στέκομαι στην κουζίνα, τα χέρια μου τρέμουν πάνω από το τηλέφωνο. Τα παιδιά φωνάζουν στο σαλόνι, ο μικρός κλαίει – πάλι. Το ρολόι δείχνει 7:30 το πρωί κι εγώ πρέπει να φύγω για τη δουλειά σε μισή ώρα. Πού θα τα αφήσω; Πώς θα τα αφήσω;
«Μαμά, σε παρακαλώ… Δεν έχω κανέναν άλλον. Ο Γιάννης έχει τη δουλειά του, η Ελένη δεν μπορεί…»
«Μαρία, δεν είμαι πια νέα. Έχω τα γόνατά μου, έχω τον πατέρα σου που δεν είναι καλά… Δεν γίνεται κάθε μέρα αυτό το πράγμα. Να βρεις λύση.»
Η φωνή της είναι ψυχρή, αμετακίνητη. Θυμάμαι όταν ήμουν μικρή, πώς έτρεχε για όλους μας. Τώρα, όμως, νιώθω ξένη. Η απώλεια του άντρα μου πριν έναν χρόνο με τσάκισε. Ο Νίκος έφυγε ξαφνικά – ένα τροχαίο στην Εθνική, γυρνώντας από τη δουλειά. Ο μικρός μας ήταν έξι μηνών τότε. Από τότε, όλα άλλαξαν.
Το σπίτι είναι δικό μας – ευτυχώς δεν πληρώνω ενοίκιο – αλλά τα έξοδα τρέχουν: ρεύμα, νερό, φροντιστήρια για τη μεγάλη, πάνες για τον μικρό, φαγητό… Τα επιδόματα δεν φτάνουν ούτε για τα βασικά. Ο αδερφός μου ο Γιάννης βοήθησε όσο μπορούσε τους πρώτους μήνες, αλλά έχει κι αυτός τρία παιδιά και μια γυναίκα που δουλεύει διπλοβάρδιες στο νοσοκομείο.
Βρήκα δουλειά σε ένα σούπερ μάρκετ – ταμείο. Λίγα λεφτά, πολλές ώρες. Το αφεντικό δεν καταλαβαίνει από δικαιολογίες: «Αν αργήσεις άλλη μια φορά, Μαρία, θα πρέπει να βρω άλλη.» Πόσες φορές έχω παρακαλέσει τη μάνα μου να κρατήσει τα παιδιά; Πόσες φορές έχω νιώσει ντροπή που την παρακαλάω; Και κάθε φορά η ίδια απάντηση: «Δεν μπορώ.»
Την περασμένη εβδομάδα, η μεγάλη μου κόρη, η Σοφία, γύρισε από το σχολείο με δάκρυα στα μάτια.
«Μαμά, γιατί δεν έρχεσαι ποτέ στις γιορτές; Όλες οι μαμάδες έρχονται…»
Τι να της πω; Ότι αν λείψω από τη δουλειά θα μας κόψουν το ρεύμα; Ότι αν δεν δουλέψω δεν θα έχουμε να φάμε; Την αγκάλιασα σφιχτά και της ψιθύρισα: «Συγγνώμη, αγάπη μου…»
Τα βράδια κάθομαι μόνη στην κουζίνα όταν κοιμούνται τα παιδιά και σκέφτομαι: Γιατί η μάνα μου δεν με βοηθάει; Γιατί νιώθω τόσο μόνη; Θυμάμαι τις Κυριακές που μαζευόμασταν όλοι στο σπίτι της για φαγητό. Τώρα με καλεί μόνο όταν είναι γιορτή ή γενέθλια – κι αν.
Πριν λίγες μέρες έγινε καβγάς. Είχα αργήσει στη δουλειά γιατί ο μικρός είχε πυρετό και δεν είχα πού να τον αφήσω. Το αφεντικό με απείλησε ότι θα με απολύσει. Πήγα στη μάνα μου κλαίγοντας.
«Μαμά, σε ικετεύω… Μόνο για σήμερα! Ο μικρός έχει πυρετό!»
Με κοίταξε αυστηρά.
«Μαρία, δεν είμαι νταντά. Εσύ διάλεξες να κάνεις τρία παιδιά.»
Ένιωσα να με διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα. Εγώ διάλεξα; Εγώ διάλεξα να μείνω χήρα στα 34; Εγώ διάλεξα να παλεύω μόνη;
Γύρισα σπίτι και ξέσπασα στα παιδιά χωρίς να το θέλω. Η Σοφία έκλαιγε, ο Μανώλης κλείστηκε στο δωμάτιό του. Τους ζήτησα συγγνώμη αργότερα, αλλά η ενοχή με πνίγει ακόμα.
Το βράδυ πήρα τον Γιάννη τηλέφωνο.
«Ρε Μαρία, τι να σου πω; Κι εγώ πνίγομαι… Η Βάσω δουλεύει όλη μέρα, τα παιδιά έχουν σχολείο και φροντιστήρια…»
Ξέρω ότι έχει δίκιο. Όλοι έχουν δίκιο – εκτός από μένα.
Στη γειτονιά με κοιτούν περίεργα. «Η Μαρία η χήρα», ψιθυρίζουν. Κάποιοι προσφέρθηκαν να βοηθήσουν στην αρχή – μια φορά κράτησαν τα παιδιά για μια ώρα. Μετά τίποτα.
Στο σούπερ μάρκετ οι πελάτες φωνάζουν αν αργήσω λίγο στο ταμείο. Το αφεντικό με κοιτάει λες και είμαι βάρος. Οι συνάδελφοι αποφεύγουν να μιλήσουν για τα δικά τους προβλήματα μπροστά μου – λες και η δική μου ζωή είναι μεταδοτική αρρώστια.
Κάποιες φορές σκέφτομαι να τα παρατήσω όλα. Να πάρω τα παιδιά και να φύγω στο χωριό του Νίκου στη Φθιώτιδα. Αλλά εκεί δεν υπάρχει δουλειά – μόνο ερημιά και αναμνήσεις.
Πριν λίγες μέρες πήγα στη μάνα μου ξανά. Αυτή τη φορά όχι για βοήθεια – ήθελα απλώς να μιλήσουμε σαν άνθρωποι.
«Μαμά… γιατί δεν με βοηθάς; Γιατί νιώθω ότι είμαι μόνη μου στον κόσμο;»
Με κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλάει.
«Κι εγώ κουράστηκα στη ζωή μου, Μαρία. Κανείς δεν με βοήθησε όταν ήσουν μικρή. Όλα μόνη μου τα έκανα.»
Έφυγα χωρίς να απαντήσω. Ίσως αυτή είναι η μοίρα των γυναικών στην οικογένειά μας – πάντα μόνες, πάντα δυνατές μέχρι να σπάσουν.
Τα βράδια γράφω σε ένα τετράδιο όλα όσα νιώθω – φόβο, θυμό, ενοχή, αγάπη για τα παιδιά μου που δεν ξέρω αν τους δίνω αρκετή χαρά.
Χτες η Σοφία ήρθε κοντά μου και με αγκάλιασε.
«Μαμά, μην κλαις… Εγώ θα σε βοηθήσω όταν μεγαλώσω.»
Έκλαψα πιο πολύ τότε – όχι από λύπη αλλά από ελπίδα.
Κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη και αναρωτιέμαι: Είναι άραγε σωστό να ζητάμε βοήθεια από τους δικούς μας ή πρέπει πάντα να παλεύουμε μόνοι μας; Πόση δύναμη μπορεί να έχει μια μάνα όταν όλα γύρω της καταρρέουν;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;