Η Θεία του Ανδρέα Μας Καλεί στη Θάλασσα – Μα Εγώ Δεν Θέλω Άλλη Μια Καταστροφή
«Όχι πάλι, Ανδρέα. Σε παρακαλώ, όχι!» Η φωνή μου βγήκε πιο έντονη απ’ όσο ήθελα, αλλά δεν άντεχα άλλο. Ο Ανδρέας με κοίταξε ξαφνιασμένος πάνω από το κινητό του, όπου μόλις είχε διαβάσει το μήνυμα της θείας του, της κυρίας Ελένης: «Σας περιμένουμε όλους στο εξοχικό για το τριήμερο! Θα περάσουμε τέλεια!»
«Μα, Μαρία, είναι οικογένεια. Δεν μπορούμε να τους αρνηθούμε έτσι απλά», είπε ήρεμα, αλλά στα μάτια του φάνηκε η αμφιβολία. Ήξερε τι είχα περάσει πέρυσι. Ήξερε πως γύρισα σπίτι με νεύρα, κούραση και άδειο πορτοφόλι.
Πέρυσι, τέτοια εποχή, είχαμε δεχτεί την ίδια πρόσκληση. Η θεία Ελένη, ο θείος Σταύρος, τα ξαδέρφια, οι φίλοι των ξαδέρφων – όλοι στριμωγμένοι στο μικρό εξοχικό στη Χαλκιδική. «Θα είναι χαλαρά», μας είχαν πει. «Θα ξεκουραστείτε, θα κάνετε μπάνια, θα γελάσουμε!»
Αντί για χαλάρωση, βρέθηκα να μαγειρεύω για δέκα άτομα κάθε μεσημέρι, να πλένω πιάτα μέχρι να πονέσουν τα χέρια μου και να ακούω τη θεία Ελένη να σχολιάζει διαρκώς: «Εμείς παλιά δεν καθόμασταν έτσι. Οι γυναίκες ήξεραν να φροντίζουν το σπίτι!» Ο Ανδρέας προσπαθούσε να βοηθήσει, αλλά ο θείος Σταύρος τον τραβούσε κάθε τόσο για τάβλι ή για να τον κεράσει τσίπουρο στο καφενείο.
Και η θάλασσα; Την είδαμε τρεις φορές όλες κι όλες. Τη μία γιατί έπρεπε να πάμε όλοι μαζί – και μέχρι να ετοιμαστούν οι θείες και τα παιδιά είχε πάει μεσημέρι. Τη δεύτερη γιατί η θεία Ελένη ήθελε να βγάλει φωτογραφίες για το Facebook. Την τρίτη γιατί εγώ επέμεινα τόσο που παραλίγο να τσακωθούμε μπροστά σε όλους.
Το χειρότερο ήταν τα έξοδα. «Όλα μισά-μισά», έλεγε η θεία Ελένη, αλλά στο τέλος εμείς πληρώσαμε τα ψώνια για το σούπερ μάρκετ, το κρέας για το μπάρμπεκιου και τα παγωτά για τα παιδιά. Ο Ανδρέας δεν ήθελε να κάνει θέμα – «είναι οικογένεια», έλεγε – κι εγώ κατάπια τον θυμό μου.
Φέτος, όμως, δεν άντεχα άλλο. «Ανδρέα, δεν είναι διακοπές αυτές. Είναι αγγαρεία! Πέρυσι γύρισα πιο κουρασμένη απ’ ό,τι έφυγα. Και ξόδεψα όσα είχαμε μαζέψει για τον μήνα!»
Ο Ανδρέας κάθισε δίπλα μου στον καναπέ. «Το ξέρω, αγάπη μου… Αλλά αν δεν πάμε θα παρεξηγηθούν. Η μάνα μου ήδη είπε ότι πρέπει να είμαστε ενωμένοι.»
Ένιωσα ένα κύμα θυμού και αδικίας. Γιατί πάντα πρέπει να θυσιάζω εγώ την ηρεμία μου; Γιατί οι γυναίκες στην ελληνική οικογένεια πρέπει πάντα να αποδεικνύουν ότι αξίζουν; Γιατί κανείς δεν βλέπει ότι πίσω από το χαμόγελο κρύβεται η εξάντληση;
Το βράδυ εκείνο δεν κοιμήθηκα καλά. Σκεφτόμουν τη θεία Ελένη με το επικριτικό της βλέμμα, τον θείο Σταύρο που πάντα βρίσκει αφορμή να κάνει πλάκα εις βάρος μου («Εσύ Μαρία δεν τρως πολύ, ε; Μη μας λιώσεις!»), τα ξαδέρφια που αφήνουν τα παιδιά τους να τρέχουν παντού και μετά ζητούν βοήθεια για να τα μαζέψουν.
Το πρωί πήρα τη μεγάλη απόφαση. «Ανδρέα, φέτος δεν θα πάω. Θέλω να περάσω ένα σαββατοκύριακο μόνη μας. Να πάμε κάπου οι δυο μας ή απλώς να μείνουμε σπίτι και να ξεκουραστούμε.»
Ο Ανδρέας με κοίταξε σιωπηλός. Ήξερα πως μέσα του πάλευε ανάμεσα στην ανάγκη του να ευχαριστήσει την οικογένειά του και στην αγάπη του για μένα. «Θα το σκεφτώ», είπε τελικά.
Την επόμενη μέρα η μητέρα του Ανδρέα με πήρε τηλέφωνο. «Μαρία μου, τι ακούω; Δεν θα έρθετε; Η θεία Ελένη στενοχωρήθηκε πολύ…» Η φωνή της ήταν γεμάτη παράπονο και ελαφριά επίκριση.
«Χρειάζομαι λίγη ξεκούραση», απάντησα όσο πιο ευγενικά μπορούσα.
«Ξεκούραση βρίσκεις όταν είσαι με τους δικούς σου ανθρώπους», είπε εκείνη αυστηρά.
Έκλεισα το τηλέφωνο με κόμπο στο λαιμό. Ένιωθα ενοχές – αλλά και θυμό. Γιατί πρέπει πάντα να υποχωρώ; Γιατί πρέπει πάντα να κάνω αυτό που περιμένουν οι άλλοι;
Ο Ανδρέας γύρισε το βράδυ σπίτι σκεπτικός. «Η μάνα μου είπε ότι αν δεν πάμε θα γίνει θέμα στην οικογένεια…»
«Κι αν πάμε θα γίνει θέμα μεταξύ μας», του απάντησα ήρεμα αλλά σταθερά.
Για μέρες επικρατούσε μια παγωμένη ατμόσφαιρα στο σπίτι μας. Ο Ανδρέας απέφευγε να μιλήσει γι’ αυτό, εγώ προσπαθούσα να μην δείξω πόσο με επηρέαζε όλη αυτή η κατάσταση.
Μια μέρα πριν το τριήμερο, ο Ανδρέας ήρθε κοντά μου και με αγκάλιασε σφιχτά. «Δεν θέλω να σε βλέπω έτσι», μου είπε χαμηλόφωνα. «Ας μην πάμε φέτος. Θα βρούμε τρόπο να το εξηγήσουμε.»
Ένιωσα ένα βάρος να φεύγει από πάνω μου – αλλά και μια σκιά ενοχής να παραμένει.
Το τριήμερο περάσαμε μόνοι μας στην πόλη. Πήγαμε μια βόλτα στη θάλασσα μόνοι μας, φάγαμε παγωτό στην παραλία και γελάσαμε όπως είχαμε μήνες να γελάσουμε.
Την Κυριακή το βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο: ήταν η θεία Ελένη.
«Μαρία μου… Ελπίζω του χρόνου να είστε μαζί μας. Μας λείψατε πολύ…» Η φωνή της ήταν γλυκιά αλλά έκρυβε μια δόση απογοήτευσης.
Έκλεισα το τηλέφωνο και κοίταξα τον Ανδρέα. «Θα μας συγχωρήσουν άραγε ποτέ; Ή μήπως ήρθε η ώρα να βάλουμε πρώτα εμάς;»
Αναρωτιέμαι: Πόσο εύκολο είναι τελικά να βάλεις όρια στην ελληνική οικογένεια; Πόσο αξίζει η ηρεμία σου όταν όλα γύρω σου πιέζουν για συμβιβασμό; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;