Η Νύχτα που Έσβησαν τα Όνειρά μου: Η Ιστορία της Ελένης
«Τι φοράς έτσι; Θα σε κοροϊδέψει όλο το σχολείο!»
Η φωνή της μητέρας μου αντήχησε στο μικρό μας διαμέρισμα στη Νέα Ιωνία, σαν να ήθελε να τρυπήσει όχι μόνο τα αυτιά μου, αλλά και την καρδιά μου. Κρατούσα το φόρεμα που είχα διαλέξει με τόση χαρά – ένα απλό, ροζ φόρεμα με μικρά λουλούδια, που η θεία μου η Μαρία είχε ράψει ειδικά για μένα. Ήταν το πρώτο μου σχολικό πάρτι, ο πρώτος μου χορός. Περίμενα αυτή τη βραδιά μήνες ολόκληρους.
«Μαμά, μου αρέσει…» ψιθύρισα, προσπαθώντας να κρατήσω τα δάκρυά μου. Ο πατέρας μου, καθισμένος στον καναπέ με το τηλεκοντρόλ στο χέρι, γύρισε και με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που πάντα με έκανε να νιώθω μικρή και ασήμαντη.
«Ελένη, άκου τη μάνα σου. Δεν είναι για σένα αυτά τα φανταχτερά. Θα γελάνε μαζί σου τα παιδιά. Βάλε κάτι πιο απλό», είπε χωρίς να σηκώσει καν το βλέμμα του από την τηλεόραση.
Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει. Ήθελα να φωνάξω, να τους πω ότι δεν με νοιάζει τι θα πουν οι άλλοι, ότι αυτό το φόρεμα με έκανε να νιώθω όμορφη. Αλλά δεν είπα τίποτα. Πήγα στο δωμάτιό μου και έκλεισα την πόρτα πίσω μου όσο πιο ήσυχα μπορούσα. Άκουγα ακόμα τις φωνές τους από το σαλόνι.
«Πού θα πάει έτσι; Σαν τη γύφτισσα!»
«Άσε την, θα μάθει μόνη της…»
Κάθισα στο κρεβάτι μου και κοίταξα το φόρεμα. Θυμήθηκα τη θεία Μαρία να μετράει προσεκτικά το ύφασμα, να γελάει μαζί μου όταν της έλεγα πώς θα χορέψω στον χορό. Εκείνη ήταν η μόνη που με ενθάρρυνε πάντα. Η μαμά έλεγε πως η θεία ήταν «παλιομοδίτισσα» και πως δεν ξέρει από μόδα. Αλλά εγώ την αγαπούσα γιατί με έκανε να νιώθω ξεχωριστή.
Το βράδυ του χορού ήρθε γρήγορα. Όλη μέρα στο σχολείο τα κορίτσια μιλούσαν για τα φορέματά τους, για τα μαλλιά τους, για το ποιος θα συνοδεύσει ποια. Εγώ δεν είχα πει σε κανέναν τι θα φορέσω – ήθελα να είναι έκπληξη. Ήθελα να νιώσω κι εγώ όμορφη, όπως όλες οι άλλες.
Όταν γύρισα σπίτι, η μαμά με περίμενε στην κουζίνα. «Άντε, άλλαξε γρήγορα. Μην αργήσεις και γίνεις ρεζίλι.»
Πήγα στο δωμάτιό μου και φόρεσα το ροζ φόρεμα. Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη – τα μαλλιά μου ήταν πιασμένα σε μια απλή αλογοουρά, τα μάτια μου έλαμπαν από προσμονή και φόβο μαζί. Άκουσα τη μαμά να φωνάζει:
«Έλα να σε δω!»
Βγήκα διστακτικά στο σαλόνι. Ο πατέρας μου σήκωσε το βλέμμα του και γέλασε ειρωνικά.
«Τι είναι αυτό; Πού πας έτσι; Σαν να βγήκες από πανηγύρι!»
Η μαμά έβαλε τα γέλια. «Αχ Ελένη, είσαι αστεία! Έλα, βγάλε το αυτό και βάλε το τζιν σου.»
Ένιωσα τα μάγουλά μου να καίνε. Τα δάκρυα ήρθαν πριν προλάβω να τα σταματήσω.
«Μου αρέσει αυτό το φόρεμα…» ψιθύρισα ξανά.
«Δεν έχει σημασία τι σου αρέσει! Εμείς ξέρουμε καλύτερα!» είπε η μαμά αυστηρά.
Έτρεξα στο δωμάτιό μου και έκλεισα την πόρτα με δύναμη αυτή τη φορά. Άκουσα τον πατέρα μου να λέει «Άφησέ την, θα της περάσει.»
Έμεινα εκεί για ώρα, κοιτώντας το ταβάνι. Σκεφτόμουν τη θεία Μαρία – αν ήταν εδώ, θα με αγκάλιαζε και θα μου έλεγε πως είμαι όμορφη όπως είμαι. Αλλά δεν ήταν εδώ. Ήμουν μόνη.
Η ώρα περνούσε και ο χορός είχε ήδη αρχίσει. Άκουγα τα παιδιά να γελάνε στον δρόμο κάτω από το σπίτι μας – κάποιοι πήγαιναν προς το σχολείο, άλλοι γύριζαν ήδη πίσω γελώντας και συζητώντας δυνατά. Κάποια στιγμή άκουσα το κινητό μου να χτυπάει – ήταν η φίλη μου η Κατερίνα.
«Ελένη, πού είσαι; Σε περιμένουμε! Όλες φοράμε τα καλά μας! Έλα!»
Δεν ήξερα τι να πω. «Δεν… δεν νιώθω καλά», ψιθύρισα.
«Έλα βρε χαζούλα! Θα περάσουμε τέλεια! Η Μαρία έχει φέρει γλυκά, ο Γιώργος έχει φτιάξει playlist! Σε θέλουμε εδώ!»
Έκλεισα το τηλέφωνο χωρίς να απαντήσω. Δεν μπορούσα να πάω έτσι – όχι μετά από όσα άκουσα από τους γονείς μου. Ένιωθα άσχημη, γελοία, σαν να μην άξιζα τίποτα.
Το βράδυ πέρασε αργά. Άκουγα τους γονείς μου να μιλάνε στην κουζίνα για λογαριασμούς, για τη δουλειά του πατέρα μου που κινδύνευε πάλι λόγω της κρίσης, για τον θείο Νίκο που είχε μπλέξει με δάνεια. Ίσως γι’ αυτό ήταν τόσο νευρικοί μαζί μου – ίσως δεν είχαν χώρο για τα δικά μου όνειρα μέσα στα δικά τους προβλήματα.
Την επόμενη μέρα στο σχολείο όλοι μιλούσαν για τον χορό. Η Κατερίνα ήρθε κοντά μου στο διάλειμμα.
«Γιατί δεν ήρθες;»
Δεν ήξερα τι να πω. «Δεν… μπορούσα», απάντησα μόνο.
Με κοίταξε λυπημένη. «Έχασες ωραία βραδιά…»
Όλη μέρα ένιωθα ένα βάρος στο στήθος μου. Στο σπίτι κανείς δεν είπε τίποτα – σαν να μην είχε συμβεί τίποτα το προηγούμενο βράδυ. Η μαμά καθάριζε, ο πατέρας έβλεπε τηλεόραση, εγώ διάβαζα σιωπηλή στο δωμάτιό μου.
Το βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο – ήταν η θεία Μαρία.
«Ελένη μου! Πώς πήγε ο χορός;»
Δεν άντεξα – ξέσπασα σε κλάματα.
«Δεν πήγα…» της είπα ανάμεσα σε λυγμούς.
Η θεία κατάλαβε αμέσως. «Τι έγινε;»
Της τα είπα όλα – για τα λόγια της μαμάς, για το γέλιο του πατέρα, για το πώς ένιωσα όταν με κορόιδεψαν για το φόρεμα που εκείνη είχε φτιάξει με τόση αγάπη.
Η θεία σιώπησε για λίγο και μετά είπε: «Ελένη μου, δεν φταις εσύ. Μερικές φορές οι μεγάλοι ξεχνάνε πώς είναι να είσαι παιδί… Ξεχνάνε πως τα όνειρα είναι πιο σημαντικά από τη γνώμη των άλλων.»
Έκλεισα το τηλέφωνο νιώθοντας λίγο καλύτερα – αλλά η πληγή ήταν ακόμα εκεί.
Πέρασαν μέρες μέχρι να ξαναμιλήσω στους γονείς μου για αυτό που έγινε. Μια Κυριακή πρωί, την ώρα που τρώγαμε όλοι μαζί, βρήκα το κουράγιο.
«Μαμά… Μπαμπά… Με πληγώσατε πολύ εκείνο το βράδυ.»
Η μαμά σταμάτησε να τρώει και με κοίταξε ξαφνιασμένη.
«Τι λες τώρα; Για ένα φόρεμα;»
«Όχι μόνο για το φόρεμα… Για όλα όσα είπατε… Γιατί δεν με αφήνετε ποτέ να είμαι ο εαυτός μου;»
Ο πατέρας αναστέναξε βαριά.
«Ελένη… Δεν θέλαμε να σε πληγώσουμε. Απλά… φοβόμαστε μην πληγωθείς από τους άλλους.»
Η μαμά χαμήλωσε το βλέμμα της.
«Ίσως κάναμε λάθος…» ψιθύρισε τελικά.
Δεν ξέρω αν κατάλαβαν πραγματικά πόσο πολύ με πλήγωσαν εκείνο το βράδυ. Αλλά εγώ κατάλαβα κάτι σημαντικό: ότι πρέπει να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου, ακόμα κι αν αυτοί που αγαπώ περισσότερο δεν με καταλαβαίνουν πάντα.
Αναρωτιέμαι συχνά: Πόσες φορές αφήνουμε τα λόγια των άλλων – ακόμα κι αυτών που αγαπάμε – να μας στερούν τη χαρά; Και πόσο δύσκολο είναι τελικά να αγαπήσουμε τον εαυτό μας όπως πραγματικά είναι;