Ξαφνικά Κατάλαβα Πως Μετά το Διαζύγιο Δεν Θα Μου Έμενε Τίποτα. Ούτε Καν το Αυτοκίνητο.
«Δηλαδή, τι εννοείς ότι το αυτοκίνητο είναι στο όνομά σου;» Η φωνή μου έτρεμε, αλλά δεν ήθελα να του δείξω πόσο με είχε πληγώσει. Ο Νίκος, ψύχραιμος όπως πάντα, σήκωσε το βλέμμα του από το κινητό και με κοίταξε με εκείνο το αδιάφορο ύφος που με τρέλαινε τα τελευταία χρόνια.
«Σου το είχα πει, Μαρία. Όταν το αγοράσαμε, είχαμε συμφωνήσει να μπει στο δικό μου όνομα για να γλιτώσουμε φόρους. Δεν θυμάσαι;»
Θυμόμουν. Θυμόμουν πολύ καλά εκείνη τη μέρα στο ΚΕΠ, που υπέγραφα χωρίς να διαβάζω, γιατί πίστευα πως οι άνθρωποι που αγαπάμε δεν μας προδίδουν. Πόσο αφελής ήμουν…
Η αλήθεια είναι πως τα σημάδια υπήρχαν καιρό. Οι διπλές έννοιες στις κουβέντες του, τα μισόλογα όταν μιλούσαμε για το σπίτι, τα νεύρα του όταν έφερνα αντίρρηση για τα οικονομικά μας. Εγώ όμως, πεισματικά, αρνιόμουν να δω την πραγματικότητα. Ήθελα να πιστεύω πως όλα θα φτιάξουν. Πως η κρίση που μας είχε γονατίσει δεν θα μας χώριζε κι εμάς, όπως τόσα άλλα ζευγάρια γύρω μας.
«Και το σπίτι;» ρώτησα ξανά, αυτή τη φορά πιο ήρεμα, σχεδόν ψιθυριστά.
«Το σπίτι είναι στο όνομα της μάνας μου. Το ξέρεις αυτό.»
Ένιωσα το πάτωμα να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Δέκα χρόνια γάμου, δύο παιδιά, αμέτρητες θυσίες και τώρα… τώρα δεν θα μου έμενε τίποτα. Ούτε καν το αυτοκίνητο που πήγαινα τα παιδιά στο σχολείο.
«Και τι θα κάνω εγώ; Πού θα πάω;»
Ο Νίκος σηκώθηκε από τον καναπέ και άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του. «Δεν ξέρω, Μαρία. Εσύ ήθελες το διαζύγιο.»
Ήθελα; Ή μήπως με ανάγκασε η αδιαφορία του, οι απιστίες του που ποτέ δεν παραδέχτηκε ανοιχτά αλλά όλοι γνώριζαν; Η μάνα μου μού έλεγε συνέχεια: «Κάνε υπομονή για τα παιδιά.» Αλλά πόση υπομονή να κάνει μια γυναίκα όταν νιώθει αόρατη μέσα στο ίδιο της το σπίτι;
Το βράδυ εκείνο δεν κοιμήθηκα καθόλου. Άκουγα τα ρολόγια να χτυπούν στους τοίχους και σκεφτόμουν πώς θα πω στα παιδιά ότι πρέπει να φύγουμε από το σπίτι τους. Ο μικρός ο Γιώργος είχε μόλις ξεκινήσει το δημοτικό και η Ελένη ετοιμαζόταν για τις Πανελλήνιες. Πώς να τους στερήσω την ασφάλεια που τόσο πάλεψα να τους προσφέρω;
Το επόμενο πρωί πήγα στη μάνα μου στην Πετρούπολη. Εκείνη με περίμενε στην πόρτα με μια αγκαλιά και ένα φλιτζάνι ελληνικό καφέ.
«Σου τα ’λεγα εγώ, Μαράκι μου… Οι άντρες σήμερα κοιτάνε μόνο τον εαυτό τους.»
Δεν είχα κουράγιο να της απαντήσω. Ήξερα πως είχε δίκιο, αλλά δεν άντεχα άλλο να ακούω «σου τα ’λεγα». Ήθελα μια λύση, μια ελπίδα.
Τις επόμενες μέρες έτρεχα σε δικηγόρους και κοινωνικές υπηρεσίες. Παντού η ίδια απάντηση: «Δυστυχώς, κυρία Παπαδοπούλου, αν όλα είναι στο όνομα του συζύγου ή της πεθεράς σας, δεν έχετε δικαίωμα.» Ένιωθα σαν να πνίγομαι σε μια θάλασσα χωρίς σωσίβιο.
Τα παιδιά προσπαθούσαν να καταλάβουν τι συμβαίνει. Η Ελένη έκλαιγε κρυφά τα βράδια και ο Γιώργος με ρωτούσε κάθε πρωί αν θα πάμε πάλι στο παλιό μας σπίτι. Ο Νίκος είχε ήδη φέρει τη νέα του σύντροφο – τη Σοφία από τη δουλειά – και δεν ντρεπόταν καθόλου να τη φέρνει μπροστά στα παιδιά.
Μια μέρα, καθώς περίμενα στη στάση για το λεωφορείο – γιατί φυσικά ούτε αυτοκίνητο δεν είχα πια – άκουσα δύο γειτόνισσες να μιλούν:
«Η Μαρία η Παπαδοπούλου; Αυτή που ο άντρας της την άφησε για τη μικρή;»
Ένιωσα τα μάτια όλων πάνω μου. Στην Ελλάδα της μικρής γειτονιάς, τίποτα δεν μένει κρυφό. Η ντροπή και η μοναξιά έγιναν οι μόνιμοι σύντροφοί μου.
Όμως κάπου εκεί, μέσα στην απόγνωση, άρχισα να θυμάμαι ποια ήμουν πριν τον Νίκο. Θυμήθηκα πως κάποτε ήθελα να γίνω δασκάλα, πως αγαπούσα τη ζωγραφική και πως είχα φίλες που είχα χάσει επειδή «δεν ταίριαζαν στον κύκλο μας». Άρχισα σιγά-σιγά να ξαναβρίσκω τον εαυτό μου.
Η φίλη μου η Κατερίνα με πήρε ένα βράδυ τηλέφωνο:
«Μαρία, έλα αύριο μαζί μου στη σχολή ζωγραφικής. Έχεις ανάγκη να κάνεις κάτι για σένα.»
Στην αρχή δίστασα. Πού λεφτά για μαθήματα; Αλλά η Κατερίνα επέμενε: «Θα σε βοηθήσω εγώ. Μην ανησυχείς.»
Έτσι ξεκίνησα δειλά-δειλά να ζωγραφίζω ξανά. Τα χρώματα έγιναν η διέξοδός μου από τη μαυρίλα της καθημερινότητας. Τα παιδιά άρχισαν να χαμογελούν ξανά όταν με έβλεπαν χαρούμενη.
Ο Νίκος συνέχισε την ίδια πορεία: αδιάφορος πατέρας, απών σύζυγος, αλλά πάντα πρόθυμος να δείξει στους άλλους πόσο καλός άνθρωπος είναι. Η μάνα του – η πεθερά μου – δεν έχανε ευκαιρία να με κατηγορεί στη γειτονιά: «Η Μαρία φταίει που διαλύθηκε η οικογένεια!»
Ένα βράδυ, καθώς ζωγράφιζα μόνη στην κουζίνα της μάνας μου, μπήκε η Ελένη:
«Μαμά… Είσαι καλά;»
Την κοίταξα στα μάτια και είδα τον εαυτό μου στα δεκαεπτά της χρόνια: φοβισμένη αλλά αποφασισμένη.
«Θα γίνουμε καλά, αγάπη μου. Θα τα καταφέρουμε.»
Τα χρόνια πέρασαν δύσκολα αλλά γεμάτα μικρές νίκες. Βρήκα δουλειά σε ένα φροντιστήριο ως βοηθός δασκάλας – όχι αυτό που ονειρευόμουν μικρή, αλλά κάτι δικό μου. Τα παιδιά μεγάλωσαν και βρήκαν τον δρόμο τους.
Ο Νίκος; Έμεινε μόνος του τελικά. Η Σοφία τον άφησε για κάποιον άλλον και εκείνος προσπάθησε να επιστρέψει στη ζωή μας – αλλά αυτή τη φορά ήμουν εγώ που είπα όχι.
Τώρα κάθομαι στο μπαλκόνι του μικρού διαμερίσματος που νοικιάζω μόνη μου και σκέφτομαι όλα όσα πέρασα.
Άξιζε τελικά όλη αυτή η διαδρομή; Μήπως τελικά πρέπει πρώτα να αγαπήσουμε τον εαυτό μας για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε πραγματικά τους άλλους;
Εσείς τι λέτε;