«Γιατί η κόρη μου δεν με συστήνει στον φίλο της;» – Η ιστορία μιας μάνας στην Αθήνα
«Ελένη, πότε θα μου τον γνωρίσεις;» Η φωνή μου ακούγεται πιο σκληρή απ’ όσο θα ήθελα. Κάθομαι στην άκρη του τραπεζιού, τα χέρια μου σφιγμένα γύρω από το φλιτζάνι του καφέ. Η κόρη μου, με το βλέμμα καρφωμένο στο κινητό, κάνει πως δεν ακούει. «Μαμά, μην αρχίζεις πάλι. Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή.»
Η καρδιά μου σφίγγεται. Πόσες φορές έχω ακούσει αυτή τη φράση; Από τότε που ο πατέρας της έφυγε – τότε που ήμασταν ακόμα στη Νέα Σμύρνη, σε εκείνο το μικρό διαμέρισμα με τα μπλε παντζούρια – ήμασταν πάντα οι δυο μας. Θυμάμαι ακόμα το πρώτο της ποδήλατο, το χαμόγελό της όταν της έδωσα το κουκλάκι που της είχε φέρει ο πατέρας της από ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη. Τότε ήταν μικρή, με κοτσίδες και μάτια γεμάτα εμπιστοσύνη. Τώρα είναι 22, φοιτήτρια στο Πάντειο, και μοιάζει να έχει χτίσει έναν τοίχο ανάμεσά μας.
«Δεν καταλαβαίνω γιατί το κάνεις τόσο θέμα», λέει ξαφνικά. «Είναι απλά ένας φίλος.»
«Ένας φίλος; Εδώ και έξι μήνες μιλάς συνέχεια για αυτόν τον Νίκο! Δεν είναι απλά ένας φίλος, Ελένη. Θέλω να τον γνωρίσω. Να ξέρω ποιος είναι αυτός που σε κάνει να χαμογελάς όταν κοιτάς το κινητό σου.»
Σηκώνεται απότομα. «Δεν καταλαβαίνεις! Δεν θέλω να μπλεχτείς!»
Η πόρτα του δωματίου της κλείνει με δύναμη. Μένω μόνη στην κουζίνα, με το ρολόι να χτυπάει επίμονα και τις σκέψεις μου να τρέχουν. Τι φοβάται; Μήπως δεν εγκρίνω τον Νίκο; Μήπως ντρέπεται για μένα; Ή μήπως φοβάται ότι θα της στερήσω κάτι;
Το βράδυ, ξαπλώνω στο κρεβάτι και θυμάμαι τα παιδικά της χρόνια. Τις Κυριακές που πηγαίναμε βόλτα στο Ζάππειο, τα καλοκαίρια στη Χαλκιδική με τη γιαγιά και τον παππού. Πάντα ήμασταν μαζί. Πάντα ήξερα τα πάντα για εκείνη. Τώρα νιώθω σαν ξένη.
Την επόμενη μέρα, στη λαϊκή αγορά, συναντώ τη γειτόνισσα, τη κυρία Σοφία. «Την είδα την Ελένη προχθές με ένα παλικάρι», μου λέει με νόημα. «Ωραίος νέος, αλλά λίγο… περίεργος ντύσιμος. Μήπως είναι από αυτούς τους αναρχικούς;»
Η καρδιά μου βυθίζεται. Η Ελένη πάντα είχε δικό της στυλ, αλλά ποτέ δεν μπλέχτηκε σε μπελάδες. Ή μήπως δεν ήξερα; Γυρίζω σπίτι και την περιμένω ανυπόμονη.
Όταν μπαίνει μέσα, τη ρωτάω ευθέως: «Ελένη, τι συμβαίνει με τον Νίκο; Είναι καλό παιδί;»
Με κοιτάζει θυμωμένη. «Μαμά, δεν είναι εγκληματίας! Απλά δεν θέλω να τον γνωρίσεις ακόμα.»
«Γιατί; Τι φοβάσαι;»
«Φοβάμαι ότι θα τον κρίνεις! Ότι θα του φερθείς όπως φέρθηκες στον Γιώργο πέρσι!»
Σιωπή. Ο Γιώργος… Το αγόρι που είχε γνωρίσει πέρσι και εγώ είχα απορρίψει αμέσως επειδή ήταν άνεργος και ζούσε ακόμα με τους γονείς του. Ίσως είχα φερθεί σκληρά. Ίσως είχα πληγώσει την Ελένη περισσότερο απ’ όσο νόμιζα.
«Ελένη…», ψιθυρίζω. «Ίσως έκανα λάθος τότε. Αλλά είμαι η μάνα σου. Θέλω να σε προστατεύσω.»
Τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα. «Δεν χρειάζομαι προστασία! Θέλω απλά να με εμπιστεύεσαι.»
Περνούν μέρες με την ατμόσφαιρα βαριά στο σπίτι. Η Ελένη λείπει όλο και περισσότερο. Εγώ προσπαθώ να βρω τρόπο να πλησιάσω χωρίς να την πιέζω. Συζητάω με τη φίλη μου τη Βάσω στο τηλέφωνο.
«Άφησέ την να κάνει τα λάθη της», μου λέει η Βάσω. «Αν την πιέζεις, θα απομακρυνθεί περισσότερο.»
Αλλά πώς να αφήσω το παιδί μου να χαθεί; Πώς να μην ανησυχώ;
Ένα βράδυ, ακούω την πόρτα να ανοίγει αργά. Βγαίνω στο διάδρομο και βλέπω την Ελένη με τον Νίκο δίπλα της. Ψηλός, με μακριά μαλλιά και σκουλαρίκι στο φρύδι.
«Μαμά… Αυτός είναι ο Νίκος.»
Κοιταζόμαστε αμήχανα. Εκείνος απλώνει το χέρι του διστακτικά.
«Χάρηκα πολύ», λέει χαμηλόφωνα.
Τον καλώ μέσα για φαγητό. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη. Ο Νίκος μιλάει λίγο, αλλά φαίνεται ευγενικός. Μου λέει ότι σπουδάζει μηχανολογία στο Πολυτεχνείο και δουλεύει part-time σε ένα καφέ στα Εξάρχεια.
Μετά το φαγητό, η Ελένη με πλησιάζει στην κουζίνα.
«Ευχαριστώ που προσπάθησες», μου λέει σιγανά.
Την αγκαλιάζω σφιχτά. «Συγγνώμη αν σε πλήγωσα», της ψιθυρίζω.
Τις επόμενες μέρες προσπαθώ να γνωρίσω καλύτερα τον Νίκο. Βλέπω ότι αγαπάει την κόρη μου και τη σέβεται. Αλλά μέσα μου υπάρχει ακόμα φόβος – φόβος μήπως τη χάσω, μήπως κάνει λάθη που δεν μπορώ να διορθώσω.
Ένα βράδυ, καθώς καθόμαστε οι τρεις μας στο μπαλκόνι, η Ελένη γυρίζει και με κοιτάζει.
«Μαμά… Θα σταματήσεις ποτέ να ανησυχείς;»
Χαμογελώ πικρά.
«Όχι, παιδί μου… Μάλλον ποτέ.»
Κοιτάζω τα φώτα της Αθήνας και αναρωτιέμαι: Πότε πρέπει μια μάνα να αφήσει το παιδί της ελεύθερο; Πώς μαθαίνουμε να εμπιστευόμαστε αυτούς που αγαπάμε περισσότερο;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα μπορούσατε ποτέ να μην ανησυχείτε για το παιδί σας;