Μένω Αργά: Μια Ιστορία Αποφυγής και Ασέβειας στην Αθήνα
«Πάλι θα αργήσεις;» Η φωνή του Νίκου ακούγεται ψυχρή μέσα από το τηλέφωνο. Κοιτάζω το ρολόι: 21:37. Το γραφείο άδειο, μόνο το φως του υπολογιστή μου φωτίζει το πρόσωπό μου. «Έχω πολλή δουλειά, Νίκο. Μην με περιμένεις για φαγητό», απαντώ, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. Ξέρω πως δεν τον νοιάζει πραγματικά αν θα φάμε μαζί – απλώς θέλει να ξέρει πού είμαι. Ή μήπως θέλει να με ελέγχει;
Αναστενάζω βαθιά και αφήνω το τηλέφωνο στο γραφείο. Η καρδιά μου χτυπάει γρήγορα, όχι από άγχος για τη δουλειά, αλλά από την ένταση που νιώθω κάθε φορά που σκέφτομαι να γυρίσω σπίτι. Παλιά, το σπίτι μας ήταν το καταφύγιό μου. Τώρα, είναι ένας χώρος γεμάτος σιωπή, βλέμματα που αποφεύγουν το ένα το άλλο, λόγια που δεν λέγονται ποτέ.
Η Μαρία, η συνάδελφός μου, περνάει από το γραφείο μου. «Έλενα, γιατί δεν φεύγεις; Όλοι έχουν φύγει εδώ και ώρα.» Της χαμογελώ αμήχανα. «Έχω κάτι εκκρεμότητες ακόμα…» Δεν της λέω ότι προτιμώ να μείνω εδώ παρά να γυρίσω σπίτι. Δεν της λέω ότι ο Νίκος έχει πάψει να με ρωτάει πώς ήταν η μέρα μου, ότι πια δεν θυμάται καν τα γενέθλιά μου.
Θυμάμαι μια μέρα πριν δύο χρόνια, όταν γυρίσαμε από το χωριό του γιαγιάς του στη Λακωνία. Τότε γελούσαμε στο αυτοκίνητο, τραγουδούσαμε παλιά λαϊκά τραγούδια στο ραδιόφωνο. Τώρα, αν μιλήσουμε στο αυτοκίνητο, είναι μόνο για να τσακωθούμε για τα έξοδα ή για το ποιος θα πάρει τα παιδιά από το σχολείο.
Η μητέρα μου λέει πως οι γάμοι περνούν κρίσεις. «Κάνε υπομονή, κόρη μου», μου λέει κάθε φορά που της μιλάω στο τηλέφωνο. «Όλοι οι άντρες έτσι είναι. Μην του δίνεις σημασία.» Αλλά εγώ δεν αντέχω άλλο αυτή την αδιαφορία. Δεν αντέχω να νιώθω αόρατη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Σηκώνομαι από το γραφείο και μαζεύω τα πράγματά μου αργά. Η Αθήνα έξω είναι ήσυχη – μόνο τα φώτα των αυτοκινήτων και οι ήχοι από τα μπαρ της γειτονιάς σπάνε τη σιωπή. Μπαίνω στο αυτοκίνητο και οδηγώ αργά προς το σπίτι μας στο Παγκράτι. Κάθε φανάρι μοιάζει με ευκαιρία να καθυστερήσω λίγο ακόμα.
Όταν ανοίγω την πόρτα του σπιτιού, ο Νίκος κάθεται στον καναπέ με το κινητό του. Δεν σηκώνει καν το βλέμμα του. «Γύρισες;» λέει απλώς. «Ναι», απαντώ και πηγαίνω κατευθείαν στην κουζίνα. Το φαγητό είναι ακόμα στο τραπέζι – δεν έχει αγγίξει τίποτα.
«Δεν πεινάς;» τον ρωτάω διστακτικά.
«Έφαγα κάτι απ’ έξω», απαντάει ξερά.
Κάθομαι μόνη μου στην κουζίνα και τρώω δυο μπουκιές ψυχρό φαγητό. Τα παιδιά κοιμούνται ήδη – ούτε καν πρόλαβα να τα δω σήμερα. Σκέφτομαι πόσο πολύ έχω αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Παλιά ήμουν γεμάτη όνειρα: ήθελα να γράψω βιβλία, να ταξιδέψω σε όλη την Ελλάδα, να μάθω ιταλικά. Τώρα νιώθω πως απλώς επιβιώνω.
Το βράδυ, ξαπλώνουμε δίπλα-δίπλα χωρίς να αγγιζόμαστε. Ο Νίκος γυρίζει πλευρό και βάζει τα ακουστικά του. Εγώ κοιτάζω το ταβάνι και σκέφτομαι: Πότε χάσαμε ο ένας τον άλλον; Πότε σταματήσαμε να μιλάμε;
Την επόμενη μέρα στη δουλειά, η Μαρία με πλησιάζει ξανά.
«Έλενα, είσαι καλά;»
Τη βλέπω στα μάτια και νιώθω ένα κύμα συγκίνησης να με πλημμυρίζει.
«Όχι… Δεν είμαι καλά», της λέω τελικά.
Εκείνη κάθεται δίπλα μου και με πιάνει από το χέρι.
«Θες να μιλήσουμε;»
Κουνάω το κεφάλι καταφατικά και αρχίζω να της λέω όλα όσα κρατούσα μέσα μου τόσο καιρό: για τη μοναξιά, για την αδιαφορία του Νίκου, για το πώς νιώθω ότι έχασα τον εαυτό μου.
Η Μαρία με ακούει προσεκτικά.
«Έλενα… Δεν φταις εσύ που εκείνος δεν σε εκτιμάει. Αλλά πρέπει να αποφασίσεις τι θέλεις εσύ για τη ζωή σου.»
Τα λόγια της με χτυπούν σαν κεραυνός. Τι θέλω εγώ; Θέλω να συνεχίσω έτσι; Να μένω αργά στη δουλειά μόνο και μόνο για να αποφύγω το σπίτι;
Το βράδυ εκείνο αποφασίζω να μιλήσω στον Νίκο.
«Νίκο, μπορούμε να μιλήσουμε;»
Εκείνος σηκώνει το βλέμμα του ενοχλημένος.
«Τι έγινε πάλι;»
«Δεν είμαι καλά», του λέω ήρεμα. «Δεν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση.»
Εκείνος γελάει ειρωνικά.
«Όλες έτσι είστε… Μόνο παράπονα.»
Νιώθω τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα.
«Δεν θέλω να ζήσω έτσι άλλο», του λέω σιγανά.
Εκείνος σηκώνεται από τον καναπέ και φεύγει στο υπνοδωμάτιο χωρίς να πει τίποτα άλλο.
Μένω μόνη στο σαλόνι και σκέφτομαι τη ζωή μου. Θυμάμαι τον πατέρα μου που έλεγε πάντα: «Η αξιοπρέπεια είναι πάνω απ’ όλα». Πότε άφησα τη δική μου αξιοπρέπεια στην άκρη;
Τις επόμενες μέρες προσπαθώ να μιλήσω ξανά στον Νίκο, αλλά εκείνος κλείνεται όλο και περισσότερο στον εαυτό του. Τα παιδιά αρχίζουν να καταλαβαίνουν ότι κάτι δεν πάει καλά – η μικρή μου κόρη με ρωτάει ένα βράδυ:
«Μαμά, γιατί είσαι λυπημένη;»
Την αγκαλιάζω σφιχτά και της υπόσχομαι ότι όλα θα πάνε καλά.
Στη δουλειά αρχίζω να ανοίγομαι περισσότερο στη Μαρία και σε άλλους συναδέλφους. Βρίσκω λίγη χαρά στις μικρές στιγμές: έναν καφέ στη βεράντα, ένα αστείο μήνυμα στο chat της ομάδας μας, μια βόλτα μετά τη δουλειά στην πλατεία Προσκόπων.
Ένα βράδυ παίρνω τη μεγάλη απόφαση: θα ζητήσω βοήθεια από ειδικό. Κλείνω ραντεβού με μια ψυχολόγο στη γειτονιά μας. Την πρώτη φορά που κάθομαι απέναντί της, νιώθω σαν να βγάζω ένα τεράστιο βάρος από πάνω μου.
«Έλενα», μου λέει η ψυχολόγος, «είναι δικαίωμα σου να ζητάς σεβασμό και αγάπη.»
Φεύγω από εκείνο το ραντεβού πιο δυνατή – όχι επειδή λύθηκαν όλα τα προβλήματα μαγικά, αλλά επειδή κατάλαβα ότι αξίζω κάτι καλύτερο.
Σιγά-σιγά αρχίζω να διεκδικώ περισσότερο χρόνο για τον εαυτό μου: γράφω ξανά στο παλιό τετράδιο που είχα ξεχάσει σε ένα συρτάρι, βγαίνω για έναν καφέ μόνη μου στην πλατεία Βαρνάβα, διαβάζω βιβλία που είχα αφήσει στη μέση χρόνια πριν.
Ο Νίκος παραμένει κλειστός στον κόσμο του – δεν ξέρω αν θα αλλάξει ποτέ. Ίσως κάποια στιγμή χρειαστεί να πάρω τη μεγάλη απόφαση και να φύγω. Προς το παρόν όμως προσπαθώ να ξαναβρώ τον εαυτό μου μέσα σε όλα αυτά.
Και αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν έτσι; Πόσες μένουν αργά στη δουλειά για να αποφύγουν μια ζωή που τις πονάει; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;