Πεθερικά, Περιουσία και ο Πόλεμος της Αγάπης: Η Ιστορία της Μαρίας και του Νίκου

«Δεν θα αφήσω αυτή τη γυναίκα να μας πάρει ό,τι έχουμε χτίσει τόσα χρόνια!» φώναξε η πεθερά μου, η κυρία Ελένη, χτυπώντας το τραπέζι με το χέρι της. Η φωνή της αντήχησε στο μικρό σαλόνι του διαμερίσματος στην Καλλιθέα, κάνοντας τα ποτήρια να τρέμουν. Ο Νίκος, ο άντρας μου, καθόταν δίπλα μου με κατεβασμένο το κεφάλι, ενώ η αδερφή του, η Σοφία, με κοίταζε με μίσος.

«Μαμά, σε παρακαλώ…» ψιθύρισε ο Νίκος, αλλά η φωνή του χάθηκε μέσα στη θύελλα της οργής της μητέρας του.

Εγώ, η Μαρία, καθόμουν εκεί, νιώθοντας το στομάχι μου να δένεται κόμπος. Δεν ήταν η πρώτη φορά που άκουγα τέτοια λόγια. Από την πρώτη μέρα που γνώρισα τον Νίκο, ήξερα πως η οικογένειά του δεν με ήθελε. Ήμουν «ξένη», από άλλη γειτονιά, χωρίς προίκα, χωρίς «όνομα». Ο πατέρας μου είχε ένα μικρό μπακάλικο στον Κολωνό και η μητέρα μου ήταν μοδίστρα. Δεν ήμουν αρκετά καλή για τον μοναχογιό τους.

Όμως ο Νίκος με αγάπησε. Και εγώ τον αγάπησα με όλη μου την ψυχή. Παντρευτήκαμε κόντρα σε όλους και όλα. Νοικιάσαμε ένα μικρό διαμέρισμα και ξεκινήσαμε τη ζωή μας από το μηδέν. Ο Νίκος δούλευε σε μια εταιρεία πληροφορικής και εγώ σε ένα φροντιστήριο αγγλικών. Τα βγάζαμε πέρα δύσκολα, αλλά ήμασταν ευτυχισμένοι.

Μέχρι που πέθανε ο πεθερός μου ξαφνικά από έμφραγμα. Η κυρία Ελένη έμεινε μόνη της με τη Σοφία και το μεγάλο διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη. Τότε άρχισαν όλα να αλλάζουν.

«Ο πατέρας σου ήθελε το σπίτι να μείνει στην οικογένεια», έλεγε κάθε φορά που μας έβλεπε. «Όχι να το πάρει μια ξένη!»

Η Σοφία συμφωνούσε πάντα: «Η Μαρία μόνο για τα λεφτά σε θέλει, Νίκο. Δεν το βλέπεις;»

Ο Νίκος προσπαθούσε να τους εξηγήσει πως δεν με ενδιέφερε η περιουσία τους. Αλλά εκείνες δεν άκουγαν τίποτα. Κάθε επίσκεψη στο σπίτι τους ήταν μια μάχη. Μια φορά, όταν πήγαμε για φαγητό Κυριακή μεσημέρι, η κυρία Ελένη άφησε επίτηδες το πιάτο μου άδειο.

«Ξέχασα να σερβίρω στη Μαρία», είπε ειρωνικά. «Συγγνώμη, κορίτσι μου, δεν είμαι συνηθισμένη να μαγειρεύω για ξένους.»

Ο Νίκος θύμωσε. «Μαμά, φτάνει πια! Η Μαρία είναι γυναίκα μου!»

Η Σοφία σηκώθηκε από το τραπέζι: «Αν θες να διαλέξεις αυτήν αντί για την οικογένειά σου, κάν’ το! Αλλά μην περιμένεις να σου αφήσουμε τίποτα!»

Γύρισα σπίτι κλαίγοντας εκείνο το βράδυ. Ο Νίκος με αγκάλιασε σφιχτά.

«Συγγνώμη, αγάπη μου… Δεν ξέρω τι να κάνω πια.»

«Δεν θέλω τίποτα από αυτούς», του είπα μέσα στα δάκρυα μου. «Μόνο εσένα θέλω.»

Όμως τα πράγματα έγιναν χειρότερα όταν μάθαμε ότι η κυρία Ελένη είχε αρχίσει να ψάχνει τρόπους να μεταβιβάσει το σπίτι στη Σοφία για να μην «πέσει στα χέρια μου». Άρχισε να μας στέλνει δικηγορικές επιστολές για να ξεκαθαρίσει ότι δεν θα έχουμε καμία απαίτηση στην περιουσία.

Ο Νίκος θύμωσε πολύ.

«Δεν θα αφήσω τη μάνα μου να σε προσβάλλει άλλο! Θα πάμε δικαστικά αν χρειαστεί!»

Τον παρακάλεσα να μην το κάνει. Δεν ήθελα να διαλυθεί εντελώς η οικογένεια. Αλλά εκείνος ένιωθε προδομένος.

«Όλη μου τη ζωή πάλευα να τους ευχαριστήσω», μου είπε ένα βράδυ που καθόμασταν στο μπαλκόνι κοιτώντας τα φώτα της πόλης. «Και τώρα νιώθω ότι πρέπει να διαλέξω: εσένα ή αυτούς.»

Έμεινα σιωπηλή. Δεν ήθελα ποτέ να τον βάλω σε αυτή τη θέση. Ήξερα όμως πως αν υποχωρούσαμε τώρα, θα μας ποδοπατούσαν για πάντα.

Οι μήνες περνούσαν με καβγάδες και ψυχρότητα. Η κυρία Ελένη σταμάτησε να μας μιλάει εντελώς. Η Σοφία έλεγε παντού στη γειτονιά πως εγώ ήμουν η αιτία που διαλύθηκε η οικογένειά τους.

Μια μέρα, ενώ γύριζα από τη δουλειά, βρήκα τη μητέρα μου να κάθεται στο σαλόνι μας με δάκρυα στα μάτια.

«Τι έγινε μαμά;» τη ρώτησα ανήσυχη.

«Ήρθε η πεθερά σου στο μαγαζί», μου είπε τρέμοντας. «Μου είπε ότι είσαι ντροπή για την οικογένειά τους… Ότι θα σε διώξει από τη ζωή του γιου της.»

Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει. Πόσο ακόμα θα άντεχα;

Το ίδιο βράδυ ο Νίκος γύρισε σπίτι αργά. Ήταν χλωμός και κουρασμένος.

«Η μάνα μου πήγε και στη δουλειά μου σήμερα», μου είπε με σπασμένη φωνή. «Μίλησε στον διευθυντή… Του είπε ότι είμαι ανεύθυνος επειδή παντρεύτηκα εσένα.»

Έπεσα στην αγκαλιά του και κλάψαμε μαζί. Εκείνο το βράδυ πήραμε την απόφαση: θα φύγαμε από την Αθήνα.

Βρήκαμε δουλειές στη Θεσσαλονίκη και νοικιάσαμε ένα μικρό διαμέρισμα στην Τούμπα. Ξεκινήσαμε από την αρχή, μακριά από όλους και όλα. Οι πρώτοι μήνες ήταν δύσκολοι – νοσταλγούσαμε τους φίλους μας, τις γειτονιές μας, αλλά νιώθαμε επιτέλους ελεύθεροι.

Η κυρία Ελένη και η Σοφία δεν επικοινώνησαν ποτέ ξανά μαζί μας. Έμαθα αργότερα ότι τσακώθηκαν μεταξύ τους για το σπίτι και τελικά το πούλησαν για να μοιράσουν τα λεφτά.

Εγώ και ο Νίκος κάναμε μια νέα αρχή. Δουλεύαμε σκληρά, κάναμε φίλους, γεμίσαμε το σπίτι μας με γέλια και μουσικές τα βράδια.

Κάποιες φορές όμως, όταν ξυπνάω τη νύχτα και βλέπω τον Νίκο να κοιμάται δίπλα μου ήσυχος, αναρωτιέμαι: Άξιζε όλη αυτή η μάχη; Μπορεί η αγάπη πραγματικά να νικήσει τα πάντα; Ή μήπως οι πληγές που αφήνει πίσω της μια τέτοια σύγκρουση δεν κλείνουν ποτέ;

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα διαλέγατε την αγάπη ή την οικογένεια;