Η Αδελφή Μου Έδωσε τα Πάντα για τα Παιδιά της, Μα Όταν Αρρώστησε, Το Σπίτι Έμεινε Άδειο
«Γιατί δεν ήρθαν ούτε σήμερα;» Η φωνή της Μαρίας έσπασε τη σιωπή του δωματίου, γεμάτη απόγνωση και μια πίκρα που δεν μπορούσα να αντέξω. Κοίταξα το ρολόι. Ήταν ήδη έξι το απόγευμα και το σπίτι μας στη Νέα Ιωνία βυθιζόταν σιγά σιγά στο σκοτάδι. Κάθισα δίπλα της, έπιασα το χέρι της και προσπάθησα να βρω λόγια που να μην ακούγονται ψεύτικα.
«Ίσως έχουν δουλειές, Μαρία μου. Ξέρεις πώς είναι η ζωή στην Αθήνα…»
Με κοίταξε με μάτια που είχαν χάσει τη λάμψη τους. «Δουλειές; Εγώ τους μεγάλωσα μόνη μου. Τους έδωσα τα πάντα. Τώρα που με χρειάζονται, λείπουν;»
Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Η αλήθεια ήταν πως τα ανίψια μου, ο Γιώργος, η Ελένη και ο Κώστας, είχαν χαθεί από τη ζωή της Μαρίας από τότε που διαγνώστηκε με καρκίνο. Στην αρχή έστελναν μηνύματα, έφερναν φαγητό, αλλά όσο περνούσαν οι μήνες, οι επισκέψεις λιγόστευαν. Τώρα, μόνο εγώ ήμουν εκεί. Η μικρή αδελφή που πάντα ζήλευε τη δύναμή της.
Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που ο άντρας της, ο Βασίλης, την άφησε για μια νεότερη γυναίκα. Η Μαρία δεν έκλαψε μπροστά μας. Έσφιξε τα δόντια και είπε: «Για τα παιδιά θα ζήσω». Και έτσι έκανε. Δούλευε σε δύο δουλειές – το πρωί καθαρίστρια σε ένα σχολείο, το απόγευμα βοηθός σε φούρνο. Δεν παραπονέθηκε ποτέ. Τα παιδιά της ήταν πάντα καθαρά, διαβασμένα, με φαγητό στο τραπέζι.
Όμως τώρα…
«Θυμάσαι τότε που ο Γιώργος είχε πέσει με το ποδήλατο και του έραψα το γόνατο;» μου είπε ξαφνικά. «Έτρεμα ολόκληρη, αλλά δεν το έδειξα. Ήθελα να νιώθει ασφάλεια.»
Έγνεψα σιωπηλά. Ήξερα πως κάθε πληγή των παιδιών της ήταν και μια πληγή δική της.
Το κουδούνι χτύπησε. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά – το είδα στα μάτια της. Άνοιξα την πόρτα. Ήταν η γειτόνισσα, η κυρία Σοφία, με μια σακούλα πορτοκάλια.
«Τα παιδιά;» ρώτησε η Μαρία με ελπίδα.
Η κυρία Σοφία χαμογέλασε αμήχανα. «Θα έρθουν, κορίτσι μου…»
Όταν έφυγε, η Μαρία γύρισε προς το παράθυρο. «Δεν θα έρθουν, ε;»
Δεν απάντησα. Πήγα στην κουζίνα να φτιάξω τσάι και άκουγα τη φωνή της να ψιθυρίζει προσευχές στη Παναγία.
Τις επόμενες μέρες η κατάσταση χειροτέρευε. Οι γιατροί στο Λαϊκό Νοσοκομείο ήταν ξεκάθαροι: «Να είστε προετοιμασμένοι.» Εγώ ήμουν εκεί κάθε μέρα – άλλαζα σεντόνια, μαγείρευα, καθάριζα το σπίτι που κάποτε ήταν γεμάτο παιδικές φωνές.
Ένα βράδυ, ήρθε η Ελένη. Μπήκε βιαστικά, σχεδόν χωρίς να κοιτάξει τη μάνα της.
«Μαμά, δεν αντέχω να σε βλέπω έτσι… Έχω δουλειά αύριο.»
Η Μαρία προσπάθησε να χαμογελάσει. «Καλή δουλειά, κορίτσι μου.»
Όταν έφυγε η Ελένη, η Μαρία έκλαψε για πρώτη φορά μπροστά μου.
«Τι έκανα λάθος; Γιατί δεν με θέλουν κοντά τους τώρα;»
Την αγκάλιασα σφιχτά. «Δεν φταις εσύ… Ο κόσμος έχει αλλάξει.»
Αλλά μέσα μου ήξερα πως κάτι είχε σπάσει στην οικογένειά μας – κάτι που δεν θα ξανακολλούσε ποτέ.
Ο Γιώργος και ο Κώστας εμφανίστηκαν μόνο όταν τους τηλεφώνησα κλαίγοντας: «Η μάνα σας πεθαίνει!» Ήρθαν αμήχανοι, κάθισαν πέντε λεπτά δίπλα της και μετά βιάστηκαν να φύγουν.
Το τελευταίο βράδυ, η Μαρία με κράτησε από το χέρι.
«Να τους αγαπάς… Όπως τους αγάπησα εγώ.»
Έφυγε ήσυχα, χωρίς φωνές – μόνο με ένα δάκρυ στο μάγουλο.
Στην κηδεία ήρθαν όλοι – συγγενείς που είχαμε χρόνια να δούμε, φίλοι από τη γειτονιά, ακόμα και ο Βασίλης με τη νέα του γυναίκα. Τα παιδιά της στάθηκαν μπροστά στο φέρετρο αμίλητα.
Μετά το τέλος, γύρισα στο άδειο σπίτι της Μαρίας. Τα δωμάτια μύριζαν ακόμα λεβάντα και καθαριότητα – όπως πάντα τα ήθελε εκείνη.
Κάθισα στο παλιό τραπέζι της κουζίνας και αναρωτήθηκα: Πόσο εύκολα ξεχνάμε αυτούς που μας μεγάλωσαν; Πόσο δύσκολο είναι να σταθούμε δίπλα στους δικούς μας όταν μας χρειάζονται πραγματικά;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα συγχωρούσατε τα παιδιά της Μαρίας ή θα κρατούσατε μέσα σας τον θυμό;