Όταν ο άντρας μου πρότεινε να μεταβιβάσουμε το σπίτι στα παιδιά, όλα άλλαξαν
«Δηλαδή, τι ακριβώς μου ζητάς, Μιχάλη; Να μεταβιβάσουμε το σπίτι στα παιδιά; Και στη Μαρία; Και στη μικρή Κατερίνα;»
Η φωνή μου έτρεμε. Ήταν ένα βράδυ του Μαρτίου, το ρολόι έδειχνε σχεδόν έντεκα, και το σπίτι μύριζε ακόμα από το φαγητό που είχα μαγειρέψει. Ο Μιχάλης στεκόταν απέναντί μου, με τα χέρια στις τσέπες, το βλέμμα του χαμηλωμένο. Ήξερα αυτό το βλέμμα – το είχε κάθε φορά που ήθελε να πει κάτι δύσκολο.
«Νόβα, δεν είναι τόσο απλό. Θέλω απλώς να ξέρουν τα παιδιά ότι το σπίτι θα είναι δικό τους. Όλων. Και της Μαρίας, και της Κατερίνας, και του Γιώργου μας. Δεν θέλω να αφήσω τίποτα ανοιχτό, να μην τσακωθούν ποτέ για περιουσίες.»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Η Μαρία ήταν η κόρη του από τον πρώτο του γάμο – μια σχέση που πάντα αιωρούνταν σαν σκιά πάνω από τη δική μας οικογένεια. Εγώ ήμουν η δεύτερη γυναίκα του, η «καινούργια», όπως με αποκαλούσε η πρώην του, η Ελένη, όταν τύχαινε να συναντηθούμε στα σχολικά πάρτι.
«Και γιατί τώρα;» ψιθύρισα. «Γιατί μετά από δεκαοκτώ χρόνια;»
Ο Μιχάλης κάθισε βαριά στην καρέκλα. «Γιατί μεγαλώνουμε, Νόβα. Γιατί βλέπω τον πατέρα μου να φεύγει και τα αδέρφια μου να μαλώνουν για ένα χωράφι στην Κρήτη. Δεν θέλω να γίνει το ίδιο στα παιδιά μας.»
Έμεινα σιωπηλή. Το μυαλό μου έτρεχε πίσω, σε όλες εκείνες τις στιγμές που ένιωθα ξένη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Πάντα υπήρχε μια αόρατη γραμμή ανάμεσα σε εμένα και τη Μαρία – μια γραμμή που δεν μπορούσα ποτέ να διασχίσω.
Την επόμενη μέρα, η Κατερίνα –η κόρη μας– μπήκε στο δωμάτιό μου με μάτια κόκκινα από το κλάμα.
«Μαμά, είναι αλήθεια; Θα δώσετε το σπίτι και στη Μαρία; Εκείνη δεν μένει καν μαζί μας!»
Την αγκάλιασα σφιχτά. «Δεν ξέρω ακόμα, κορίτσι μου. Ο μπαμπάς σου θέλει να είναι δίκαιος.»
«Δίκαιος; Εγώ νιώθω ότι με ξεχνάτε!»
Τα λόγια της με τρύπησαν σαν μαχαίρι. Πόσες φορές είχα νιώσει κι εγώ έτσι; Ότι ήμουν η δεύτερη επιλογή; Ότι πάντα θα υπήρχε κάποια άλλη προτεραιότητα;
Το βράδυ εκείνο, όταν ο Μιχάλης γύρισε από τη δουλειά, τον περίμενα στην κουζίνα.
«Πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά», του είπα.
«Νόβα, σε παρακαλώ…»
«Όχι, άκουσέ με! Εγώ έχω δώσει τα πάντα για αυτή την οικογένεια. Έχω ανεχτεί τη σκιά της Ελένης, τα βλέμματα της Μαρίας όταν έρχεται εδώ τα Χριστούγεννα και κάνει σαν να μην υπάρχω! Και τώρα θες να της δώσουμε το σπίτι που έχτισα εγώ με τα χέρια μου;»
Ο Μιχάλης σηκώθηκε όρθιος. «Δεν είναι έτσι! Το σπίτι είναι όλων μας!»
«Όχι! Το σπίτι είναι της οικογένειας που φτιάξαμε μαζί! Δεν είναι δίκαιο για την Κατερίνα! Δεν είναι δίκαιο για μένα!»
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ένιωσα ότι η φωνή μου είχε δύναμη. Ο Μιχάλης με κοίταξε σαν να με έβλεπε πρώτη φορά.
«Νόβα… φοβάμαι. Φοβάμαι ότι αν φύγω αύριο, θα τσακωθείτε όλοι για τα λεφτά και τα σπίτια και δεν θα μείνει τίποτα από εμάς.»
Έβαλα τα κλάματα. «Και εγώ φοβάμαι! Αλλά φοβάμαι ότι αν κάνεις αυτό που λες, θα χαθούμε πριν καν φύγεις!»
Τις επόμενες μέρες το σπίτι ήταν γεμάτο ένταση. Η Κατερίνα δεν μου μιλούσε πολύ. Ο Γιώργος –ο μικρός μας– προσπαθούσε να κάνει αστεία για να σπάσει τον πάγο.
Μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Ελένη.
«Νόβα, άκουσα τι σκέφτεστε για το σπίτι…»
Η φωνή της ήταν ψυχρή. «Ελπίζω να μην κάνεις πίσω. Η Μαρία έχει δικαίωμα σε ό,τι της ανήκει.»
Ένιωσα την οργή να φουντώνει μέσα μου.
«Η Μαρία έχει μητέρα και πατέρα. Εγώ προσπαθώ να προστατεύσω τα δικά μου παιδιά.»
«Τα δικά σου παιδιά είναι και παιδιά του Μιχάλη», απάντησε κοφτά.
Έκλεισα το τηλέφωνο με τρεμάμενα χέρια.
Το ίδιο βράδυ κάλεσα οικογενειακό συμβούλιο. Όλοι γύρω από το τραπέζι – εγώ, ο Μιχάλης, η Κατερίνα, ο Γιώργος και η Μαρία μέσω βιντεοκλήσης.
«Θέλω να μιλήσουμε ανοιχτά», είπα. «Να πούμε τι νιώθουμε.»
Η Μαρία ήταν ψυχρή στην οθόνη. «Εγώ δεν ζήτησα τίποτα», είπε. «Αν θέλετε να κρατήσετε το σπίτι για εσάς, δεν με νοιάζει.»
Η Κατερίνα ξέσπασε: «Πάντα έτσι κάνεις! Πάντα κάνεις σαν να μην σε νοιάζει τίποτα!»
Ο Μιχάλης προσπάθησε να τις ηρεμήσει. «Σας παρακαλώ…»
Εγώ έκλαιγα σιωπηλά.
Τότε ο Γιώργος σηκώθηκε και είπε: «Εγώ θέλω μόνο να είμαστε οικογένεια. Δεν με νοιάζει το σπίτι.»
Για λίγο επικράτησε σιωπή.
Μετά από εκείνο το βράδυ, τίποτα δεν ήταν ίδιο. Ο Μιχάλης κοιμόταν στον καναπέ. Η Κατερίνα έκλεινε την πόρτα του δωματίου της κάθε βράδυ. Εγώ περνούσα ώρες κοιτώντας το ταβάνι, αναρωτώμενη πότε χάσαμε ο ένας τον άλλον.
Μια μέρα βρήκα τον Μιχάλη στην αυλή, να καπνίζει μόνος του.
«Συγγνώμη», μου είπε χωρίς να με κοιτάξει.
Κάθισα δίπλα του.
«Δεν ξέρω αν υπάρχει σωστή απάντηση», του είπα. «Αλλά ξέρω ότι αν συνεχίσουμε έτσι, θα χάσουμε ο ένας τον άλλον.»
Με κοίταξε στα μάτια για πρώτη φορά μετά από μέρες.
«Θες να πάμε σε σύμβουλο γάμου;» ρώτησε διστακτικά.
Χαμογέλασα πικρά. «Ίσως πρέπει.»
Τώρα έχουν περάσει μήνες από τότε. Δεν έχουμε πάρει ακόμα καμία απόφαση για το σπίτι. Αλλά μιλάμε περισσότερο – για τους φόβους μας, τις ανασφάλειές μας, τις πληγές που κουβαλάμε από παλιά.
Σκέφτομαι συχνά: Τελικά τι αξίζει περισσότερο; Να αφήσεις πίσω σου ένα σπίτι ή μια οικογένεια ενωμένη; Πώς μπορείς να προστατεύσεις τα παιδιά σου χωρίς να πληγώσεις κανέναν;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;