«Γιατί δεν έρχεται ο άντρας σου, Μαρία;» – Η βραδιά που άλλαξε τα πάντα
«Μαρία, γιατί δεν έρχεται ο Νίκος μαζί σου στο πάρτι της δουλειάς;» Η φωνή της πεθεράς μου, της κυρίας Ελένης, διαπέρασε το τραπέζι σαν μαχαίρι. Ήταν Κυριακή βράδυ, το τραπέζι στρωμένο με γεμιστά και φέτα, και όλοι μαζεμένοι γύρω από το παλιό τραπέζι της κουζίνας. Ο Νίκος, ο άντρας μου, χαμήλωσε το βλέμμα του στο πιάτο του. Η αδελφή του, η Σοφία, σταμάτησε να κόβει τη σαλάτα και με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που λέει «τώρα θα γίνει χαμός».
«Δεν του αρέσουν αυτά τα πάρτι, κυρία Ελένη», απάντησα ήρεμα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. Ήξερα όμως ότι τίποτα δεν θα την σταματούσε. «Δηλαδή τι; Εσύ θες να πηγαίνεις μόνη σου; Δεν είναι σωστό αυτό για μια παντρεμένη γυναίκα!» είπε με εκείνο το ύφος που πάντα με έκανε να νιώθω μικρή.
Ο Νίκος αναστέναξε. «Μάνα, άσ’ το τώρα…» ψιθύρισε, αλλά εκείνη συνέχισε: «Εγώ στη θέση σου, Μαρία μου, θα ήθελα ο άντρας μου να είναι δίπλα μου. Έτσι κάνουν τα σωστά ζευγάρια!»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο πρόσωπό μου. Πόσες φορές είχαμε τσακωθεί με τον Νίκο γι’ αυτό το πάρτι; Πόσες φορές του είχα πει ότι νιώθω μόνη μου, ότι θέλω να σταθεί δίπλα μου, έστω για μια φορά; Εκείνος πάντα έβρισκε δικαιολογίες: «Κουράστηκα στη δουλειά», «Δεν αντέχω τους συναδέλφους σου», «Δεν έχω τι να πω». Κι εγώ κάθε φορά έκανα πίσω. Αλλά τώρα, μπροστά σε όλους, ήθελα να φωνάξω: «Γιατί δεν παλεύεις για εμάς;»
Η Σοφία έσπασε τη σιωπή: «Μαμά, άφησέ τους ήσυχους. Δεν είναι δική μας δουλειά.» Η κυρία Ελένη όμως δεν καταλάβαινε από τέτοια. «Όταν ήμουν εγώ νέα, ο πατέρας σας δεν με άφηνε ποτέ μόνη. Πάντα μαζί! Έτσι κρατιούνται οι οικογένειες.»
Ο Νίκος σηκώθηκε απότομα. «Φτάνει! Δεν θα κάνουμε κουβέντα για τα προσωπικά μας μπροστά σε όλους!» Η φωνή του ήταν σκληρή, αλλά τα μάτια του γεμάτα κούραση. Ήξερα πως μέσα του βράζει. Ήξερα πως κι εκείνος νιώθει παγιδευμένος ανάμεσα σε μένα και τη μάνα του.
Το υπόλοιπο δείπνο κύλησε μέσα σε μια βαριά σιωπή. Τα πιρούνια χτυπούσαν στα πιάτα σαν ρολόι που μετρούσε αντίστροφα. Όταν φύγαμε, περπατήσαμε ως το σπίτι χωρίς να μιλάμε. Μόνο τα βήματά μας ακούγονταν στα στενά της Νέας Σμύρνης.
Στο σπίτι, ο Νίκος κάθισε στον καναπέ και άναψε τσιγάρο. «Δεν αντέχω άλλο αυτή την πίεση», είπε τελικά. «Ούτε εγώ», του απάντησα. «Αλλά δεν γίνεται να συνεχίσουμε έτσι.»
«Θέλεις να πάμε μαζί στο πάρτι;» με ρώτησε ξαφνικά. Η φωνή του ήταν σχεδόν ικετευτική, σαν να ζητούσε συγγνώμη για όλα τα χρόνια που προτίμησε τη σιωπή από τη σύγκρουση.
«Θέλω να νιώσω ότι είμαστε ομάδα», του είπα. «Όχι ότι είμαι μόνη μου απέναντι σε όλους.»
Έμεινε σιωπηλός για λίγο. Μετά σηκώθηκε και μπήκε στο υπνοδωμάτιο χωρίς να πει τίποτα άλλο. Άκουσα την πόρτα να κλείνει απαλά πίσω του.
Τη Δευτέρα στη δουλειά όλοι μιλούσαν για το πάρτι. Η Κατερίνα από το λογιστήριο με ρώτησε: «Θα φέρεις τον άντρα σου;» Χαμογέλασα αμήχανα. «Δεν ξέρω ακόμα», απάντησα.
Το βράδυ ο Νίκος γύρισε αργά. Είχε αγοράσει λουλούδια – κάτι που είχε να κάνει χρόνια. Τα άφησε στο τραπέζι και με κοίταξε στα μάτια: «Θα έρθω μαζί σου στο πάρτι», είπε ήρεμα.
Ένιωσα ένα κύμα ανακούφισης αλλά και φόβου. Τι θα γινόταν αν όλα αυτά ήταν απλώς μια προσωρινή προσπάθεια; Αν μετά το πάρτι όλα επέστρεφαν στην ίδια σιωπή;
Το βράδυ του πάρτι ντύθηκα προσεκτικά. Ο Νίκος φορούσε το καλό του πουκάμισο – εκείνο που είχε φορέσει στον γάμο μας. Στο ταξί δεν μιλήσαμε πολύ. Όταν φτάσαμε, οι συνάδελφοί μου μας υποδέχτηκαν με χαμόγελα και πειράγματα.
Στην αρχή ο Νίκος ήταν σφιγμένος. Καθόταν δίπλα μου και απαντούσε μονολεκτικά στις ερωτήσεις των άλλων. Ένιωθα το βλέμμα του να ψάχνει διέξοδο. Κάποια στιγμή πήγα στην τουαλέτα και όταν γύρισα τον βρήκα μόνο του στο μπαλκόνι, να καπνίζει.
«Καλά είσαι;» τον ρώτησα.
«Δεν ξέρω αν μπορώ να το κάνω αυτό», μου είπε χαμηλόφωνα. «Νιώθω ξένος εδώ.»
«Κι εγώ νιώθω ξένη όταν είμαστε με τη μάνα σου», του απάντησα σχεδόν ψιθυριστά.
Με κοίταξε για πρώτη φορά μετά από καιρό πραγματικά στα μάτια. «Συγγνώμη», είπε απλά.
Γυρίσαμε σπίτι αργά τη νύχτα. Δεν μιλήσαμε πολύ – μόνο κρατήσαμε ο ένας το χέρι του άλλου στη διαδρομή.
Τις επόμενες μέρες η κυρία Ελένη τηλεφώνησε πολλές φορές. Ήθελε να μάθει πώς περάσαμε, αν ο Νίκος στάθηκε «αντάξιος». Εκείνος απέφευγε να της μιλήσει – κι εγώ ένιωθα ότι κάτι είχε αλλάξει ανάμεσά μας.
Ένα βράδυ καθίσαμε στο μπαλκόνι με δυο ποτήρια κρασί.
«Νομίζεις ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε;» τον ρώτησα.
«Δεν ξέρω», απάντησε ειλικρινά. «Αλλά θέλω να προσπαθήσω.»
Σκέφτομαι συχνά εκείνο το βράδυ στο τραπέζι της πεθεράς μου – πώς μια απλή ερώτηση μπορεί να ξεγυμνώσει όλη την αλήθεια μιας σχέσης. Πόσες οικογένειες ζουν έτσι, πίσω από χαμόγελα και τυπικότητες; Πόσοι από εμάς έχουμε το θάρρος να παραδεχτούμε ότι φοβόμαστε τη μοναξιά μέσα στον ίδιο μας τον γάμο;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα παλεύατε ή θα φεύγατε;