«Η μαμά μού ζήτησε να γράψω διαθήκη για να μην πάρει ο άντρας μου το σπίτι. Όλα έγιναν στα γενέθλια της κόρης μου»
«Μαρία, πρέπει να το κάνεις τώρα. Δεν καταλαβαίνεις; Αν πάθεις κάτι, ο Νίκος θα τα πάρει όλα!»
Η φωνή της μητέρας μου, της Ελένης, αντηχούσε ακόμα στ’ αυτιά μου, παρόλο που το σπίτι ήταν γεμάτο κόσμο, γέλια και παιδικές φωνές. Ήταν τα έβδομα γενέθλια της κόρης μου, της Άννας. Είχα στολίσει το σαλόνι με μπαλόνια, είχα φτιάξει το αγαπημένο της κέικ σοκολάτας και ήθελα τόσο πολύ να είναι όλα τέλεια. Αλλά η μαμά είχε άλλα σχέδια.
«Μαμά, τώρα; Σήμερα; Στα γενέθλια της Άννας;» ψιθύρισα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου χαμηλή. Δεν ήθελα να μας ακούσει ο Νίκος ή – Θεός φυλάξοι – η μικρή.
Η μαμά με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που πάντα με έκανε να νιώθω πέντε χρονών. «Δεν υπάρχει σωστή στιγμή για τέτοια πράγματα. Πρέπει να προστατεύσεις το σπίτι σου. Τον εαυτό σου. Εμένα.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Ο Νίκος, ο άντρας μου εδώ και δέκα χρόνια, δεν ήταν τέλειος – ποιος είναι; – αλλά ποτέ δεν μου είχε δώσει λόγο να τον φοβηθώ. Ήταν εργατικός, καλός πατέρας, αν και κάποιες φορές απόμακρος. Η μαμά όμως δεν τον εμπιστευόταν ποτέ. Από την πρώτη μέρα που τον γνώρισε.
«Τι λες τώρα; Να γράψω διαθήκη εναντίον του άντρα μου;»
«Δεν είναι εναντίον του. Είναι υπέρ σου! Θυμήσου τι έγινε με τη θεία Σοφία όταν πέθανε ο θείος Μανώλης…»
Άρχισε πάλι τις ιστορίες για χαμένες περιουσίες, αδέρφια που έγιναν εχθροί για ένα διαμέρισμα στην Κυψέλη, ξαδέρφια που δεν μιλούν εδώ και δεκαετίες. Η ελληνική οικογένεια: μια βόμβα που περιμένει να εκραγεί.
Προσπάθησα να ξεφύγω. «Μαμά, σε παρακαλώ… Σήμερα είναι για την Άννα.»
Αλλά δεν σταμάτησε. Με τράβηξε στην κουζίνα, μακριά από τους καλεσμένους. «Άκουσέ με! Ο Νίκος δεν είναι αυτός που νομίζεις. Έχω μάτια κι έχω δει πολλά.»
«Τι εννοείς;»
Σιώπησε για λίγο, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να μιλήσει. «Τον είδα προχτές με μια γυναίκα στο κέντρο. Δεν ήταν συνάδελφος, Μαρία.»
Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. «Τον είδες; Πού;»
«Στην Ερμού. Χέρι-χέρι.»
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα – από θυμό, από ντροπή, από αμφιβολία. Ήθελα να ουρλιάξω, αλλά έπρεπε να κρατήσω την ψυχραιμία μου. Οι καλεσμένοι ήταν ακόμα εκεί. Η Άννα περίμενε να σβήσει τα κεράκια της.
Βγήκα από την κουζίνα σαν υπνωτισμένη. Ο Νίκος μιλούσε με τον πατέρα μου και τον θείο Γιώργο για το ποδόσφαιρο. Γελούσε δυνατά, όπως πάντα όταν ήθελε να δείξει ότι όλα είναι καλά.
Η μαμά ήρθε πίσω μου και ψιθύρισε: «Γράψε τη διαθήκη αύριο. Θα σε βοηθήσω εγώ.»
Όλο το βράδυ ένιωθα σαν ξένη στο ίδιο μου το σπίτι. Κοίταζα τον Νίκο και προσπαθούσα να διακρίνω αν έλεγε ψέματα, αν έκρυβε κάτι. Κοίταζα τη μαμά και αναρωτιόμουν αν έλεγε αλήθεια ή αν απλώς ήθελε να με κρατήσει κοντά της, όπως πάντα.
Όταν έφυγαν όλοι και η Άννα κοιμήθηκε αγκαλιά με το νέο της αρκουδάκι, κάθισα στο τραπέζι με τον Νίκο.
«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι», του είπα.
Με κοίταξε ξαφνιασμένος. «Τι έγινε;»
«Η μαμά είπε ότι σε είδε με μια γυναίκα στην Ερμού.»
Το πρόσωπό του σκοτείνιασε αμέσως. «Τι λες τώρα; Ποια γυναίκα;»
«Δεν ξέρω… Εσύ θα μου πεις.»
Σιώπησε για λίγο και μετά είπε: «Ήμουν με τη Μαρία από τη δουλειά. Είχε πρόβλημα με το αυτοκίνητό της και πήγαμε μαζί μέχρι το συνεργείο.»
«Χέρι-χέρι;»
Με κοίταξε κατάματα. «Όχι, Μαρία. Δεν θα σου έκανα ποτέ κάτι τέτοιο.»
Ήθελα τόσο πολύ να τον πιστέψω. Αλλά η αμφιβολία είχε ήδη φωλιάσει μέσα μου.
Τις επόμενες μέρες η μαμά δεν σταμάτησε να επιμένει: «Έλα να πάμε στον συμβολαιογράφο! Να γράψεις ότι το σπίτι είναι μόνο για σένα και την Άννα!»
Ο Νίκος άρχισε να απομακρύνεται. Γύριζε αργά από τη δουλειά, μιλούσε λίγο, απέφευγε τα βλέμματά μου. Η ένταση ανάμεσά μας μεγάλωνε μέρα με τη μέρα.
Μια μέρα γύρισα νωρίτερα σπίτι και τον βρήκα στο μπαλκόνι με το κινητό στο χέρι. Μόλις με είδε, το έκλεισε βιαστικά.
«Με ποιον μιλούσες;» ρώτησα.
«Με τον Κώστα από τη δουλειά», απάντησε κοφτά.
Δεν τον πίστεψα.
Το βράδυ εκείνο πήγα στη μαμά. Ήταν μόνη της, καθισμένη μπροστά στην τηλεόραση με ένα ποτήρι κρασί.
«Μαμά… Δεν ξέρω τι να κάνω», της είπα σχεδόν κλαίγοντας.
Με αγκάλιασε σφιχτά. «Εγώ είμαι εδώ για σένα, παιδί μου. Μην αφήσεις κανέναν να σου πάρει όσα έχτισες.»
«Κι αν κάνω λάθος; Κι αν ο Νίκος είναι αθώος;»
Με κοίταξε στα μάτια: «Καλύτερα να είσαι ασφαλής παρά μετανοιωμένη.»
Την επόμενη μέρα πήγα στον συμβολαιογράφο μαζί της. Έγραψα τη διαθήκη όπως ήθελε: το σπίτι μόνο στην Άννα κι εμένα – ο Νίκος τίποτα.
Όταν το έμαθε ο Νίκος – γιατί φυσικά το έμαθε – έγινε χαμός.
«Δεν το πιστεύω ότι το έκανες αυτό! Με θεωρείς εχθρό σου; Με θεωρείς κλέφτη;» φώναξε μπροστά στην Άννα που έκλαιγε τρομαγμένη.
«Δεν ξέρω τι να πιστέψω πια!» του απάντησα κι εγώ ουρλιάζοντας.
Έφυγε από το σπίτι εκείνο το βράδυ και δεν γύρισε για μέρες.
Η μαμά ήρθε αμέσως: «Σου είπα ότι θα δείξει τον πραγματικό του εαυτό!»
Αλλά εγώ δεν ένιωθα νίκη – μόνο κενό και ενοχές.
Οι μέρες περνούσαν βασανιστικά αργά. Η Άννα ρωτούσε κάθε βράδυ πού είναι ο μπαμπάς της κι εγώ δεν είχα απάντηση.
Μια εβδομάδα μετά, ο Νίκος γύρισε για να πάρει κάποια πράγματά του.
«Θα χωρίσουμε λοιπόν; Αυτό θέλεις;» με ρώτησε ψυχρά.
Έμεινα σιωπηλή. Δεν ήξερα τι ήθελα πια.
«Η μάνα σου πάντα ήθελε να μας χωρίσει», είπε τελικά πριν φύγει.
Έμεινα μόνη στο σπίτι που υποτίθεται πως προστάτευσα – αλλά τώρα έμοιαζε πιο άδειο από ποτέ.
Κάποιες φορές αναρωτιέμαι: Ποιον πρέπει τελικά να εμπιστευόμαστε; Τη φωνή της οικογένειας που μας μεγάλωσε ή την καρδιά μας που φοβάται να πληγωθεί;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;