«Πάρε τη γιαγιά, αυτή ξέρει!» – Η απάντηση της κυρίας Βαρβάρας που άφησε τους απατεώνες άφωνους
«Γιαγιά, βοήθεια! Έγινε ατύχημα!»
Η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής έτρεμε. Ήταν αντρική, βιαστική, σχεδόν πνιγμένη από πανικό. Κρατούσα το ακουστικό με το χέρι που έτρεμε ελαφρώς, όχι από φόβο, αλλά από εκείνο το γνώριμο μούδιασμα που νιώθεις όταν κάτι δεν πάει καλά. Το φως του ήλιου έπεφτε πάνω στο τραπεζάκι της κουζίνας, εκεί που είχα αφήσει το σταυρόλεξο και τα γυαλιά μου.
«Ποιος είσαι;» ρώτησα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή.
«Ο εγγονός σας, ο Νίκος! Έγινε τροχαίο, γιαγιά! Φταίω εγώ… Χρειάζομαι λεφτά τώρα, αλλιώς θα με κλείσουν μέσα!»
Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Ο Νίκος… Ο εγγονός μου. Είχα να τον δω τρεις μήνες, από τότε που τσακώθηκε με τον πατέρα του για τα λεφτά που του χρωστούσε. Είχαμε μείνει στη μέση μιας φράσης, μιας συγγνώμης που ποτέ δεν ειπώθηκε. Ήξερα πως είχε μπλέξει με λάθος παρέες, πως η δουλειά στο καφέ δεν του έφτανε για να ζήσει μόνος του στο Περιστέρι.
«Γιαγιά, σε παρακαλώ! Μη το πεις σε κανέναν! Θα έρθει ένας φίλος μου να πάρει τα λεφτά…»
Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Νίκος ποτέ δεν θα μου ζητούσε λεφτά έτσι. Πάντα ντρεπόταν. Και η φωνή… Δεν ήταν ακριβώς η δική του. Ήταν σαν να προσπαθούσε κάποιος να μιμηθεί το ύφος του.
«Πόσα θέλεις;» ρώτησα, παίζοντας το παιχνίδι τους.
«Δέκα χιλιάδες ευρώ! Τώρα! Σε παρακαλώ, γιαγιά!»
Άκουσα μια δεύτερη φωνή στο βάθος, πιο ψυχρή, πιο αποφασιστική: «Μην αργείς! Θα έρθουμε σε μισή ώρα!»
Έκλεισα το τηλέφωνο και για λίγα δευτερόλεπτα έμεινα ακίνητη. Το μυαλό μου γύριζε πίσω, στα χρόνια που μεγάλωνα τα παιδιά μου μόνη μου στη Νίκαια. Ο άντρας μου είχε φύγει νωρίς – «έτσι είναι οι άντρες», έλεγε η μάνα μου – κι εγώ έμεινα με δυο γιους και μια κόρη να παλεύω με τη ζωή και τα χρέη.
Πήρα βαθιά ανάσα και κάλεσα αμέσως τον γιο μου τον Μανώλη.
«Μανώλη, πήρε κάποιος και είπε ότι ο Νίκος είχε ατύχημα. Ξέρεις τίποτα;»
«Όχι ρε μάνα! Ο Νίκος είναι στη δουλειά του τώρα. Μην ακούς τίποτα! Αυτοί είναι απατεώνες!»
Η φωνή του ήταν γεμάτη θυμό και ανησυχία. «Μη δώσεις τίποτα σε κανέναν! Θα έρθω αμέσως σπίτι!»
Έκλεισα το τηλέφωνο και κοίταξα γύρω μου. Το σπίτι ήταν γεμάτο φωτογραφίες: ο Νίκος μικρός στην παραλία της Αίγινας, ο Μανώλης στον στρατό, η κόρη μου η Κατερίνα με το πρώτο της παιδί στην αγκαλιά. Όλα όσα είχα χτίσει με κόπο και αγάπη κινδύνευαν από μια στιγμή στην άλλη από κάποιους ξένους που ήθελαν να εκμεταλλευτούν τον φόβο μιας γιαγιάς.
Σε λίγο χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξα την πόρτα και είδα τον Μανώλη λαχανιασμένο.
«Μάνα, είσαι καλά;»
«Καλά είμαι, παιδί μου. Αλλά αυτοί οι άνθρωποι… Πόσες γιαγιάδες θα την πατήσουν;»
Ο Μανώλης κάθισε δίπλα μου και πήρε το χέρι μου.
«Ξέρεις τι θα κάνουμε; Θα περιμένουμε να ξαναπάρουν. Και θα τους απαντήσεις όπως μόνο εσύ ξέρεις.»
Δεν πέρασαν δέκα λεπτά και το τηλέφωνο ξαναχτύπησε.
«Έχετε τα λεφτά;»
Έβαλα όλη τη δύναμη της ψυχής μου στη φωνή μου:
«Παιδί μου, αν έχεις πρόβλημα, πάρε τη γιαγιά σου! Αυτή ξέρει τι να κάνει! Αλλά εσύ δεν είσαι ο Νίκος μου. Ο Νίκος μου δεν θα μιλούσε ποτέ έτσι στη γιαγιά του!»
Άκουσα μια σιωπή στην άλλη άκρη της γραμμής. Μετά ένα βρισίδι και το τηλέφωνο έκλεισε απότομα.
Ο Μανώλης γέλασε πικρά.
«Είσαι απίστευτη, μάνα…»
Έμεινα να κοιτάζω το ακουστικό. Σκέφτηκα όλες τις φορές που χρειάστηκε να σταθώ δυνατή: όταν ο άντρας μου χάθηκε στα χαρτιά και τα ποτά, όταν ο μεγάλος μου γιος μπλέχτηκε με τα δάνεια και τις τράπεζες, όταν η Κατερίνα ήρθε κλαμένη γιατί ο άντρας της την παράτησε με δυο παιδιά. Πάντα ήμουν εκεί – η γιαγιά, η μάνα, το στήριγμα.
Το βράδυ μαζευτήκαμε όλοι στο σπίτι. Ο Νίκος ήρθε τελευταίος, με ένα κουτί γλυκά και ένα βλέμμα γεμάτο ενοχές.
«Συγγνώμη για όλα, γιαγιά…»
Τον αγκάλιασα σφιχτά.
«Δεν χρειάζεται να ζητάς συγγνώμη. Αρκεί να είσαι καλά και να θυμάσαι ποια είσαι και ποιοι σε αγαπάνε.»
Η Κατερίνα έφερε τα παιδιά της και κάθισαν όλοι γύρω από το τραπέζι. Για λίγο ξεχάσαμε τους λογαριασμούς που τρέχουν, τα προβλήματα στη δουλειά, τις φωνές στη γειτονιά για την ακρίβεια και την ανεργία. Ήμασταν οικογένεια – κι αυτό ήταν αρκετό.
Αλλά μέσα μου ήξερα πως τίποτα δεν τελειώνει ποτέ στ’ αλήθεια. Η ζωή στην Ελλάδα είναι γεμάτη παγίδες: άλλες φορές είναι οι απατεώνες στο τηλέφωνο, άλλες φορές είναι οι δικοί σου άνθρωποι που σε πληγώνουν χωρίς να το θέλουν. Κι εσύ πρέπει κάθε φορά να βρίσκεις τη δύναμη να σταθείς όρθιος.
Τώρα που κάθομαι μόνη στην κουζίνα και κοιτάζω το σταυρόλεξό μου μισοτελειωμένο, αναρωτιέμαι: Πόσες φορές πρέπει να δοκιμαστεί μια μάνα ή μια γιαγιά μέχρι να μάθει να ξεχωρίζει τον φόβο από την αλήθεια; Και τελικά… ποιος μας προστατεύει στ’ αλήθεια;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα είχατε τη δύναμη να πείτε «όχι» όταν όλα γύρω σας μοιάζουν να καταρρέουν;